ΚΛΕΙΣΙΜΟ
Loading...
 

Από τη Σκουριώτισσα στον Καλοπαναγιώτη

Του Παναγιώτη Καπαρή

Του Παναγιώτη Καπαρή

Τι είναι τελικά η χαρά και η ευτυχία; Τόσο απλή υπόθεση. «Πόρτα έχω στο φως κι ο καημός αδερφός και μου δίνει ο Θεός, λίγο κρασί, λίγο θάλασσα και τ’ αγόρι μου…» τραγούδησε μοναδική Μαρινέλλα σε στίχους Γιώργου Κατσαρού και μουσική Πυθαγόρα. Δεύτερη μέρα του χρόνου, εορτή του θαυματουργού Αγίου Σεραφείμ του Σάρωφ και ανηφορίσαμε στο ταπεινό μοναστηράκι του πολυαγαπημένου παππούλη της Ρωσίας στη Σκουριώτισσα, το οποίο κατακλύστηκε από εκατοντάδες πιστούς, Ρώσους και Κυπρίους. Ο μητροπολίτης Μόρφου Νεόφυτος μίλησε για τον οικουμενικό άγιο, ο οποίος μίλησε για την ασθένεια του αιώνα μας, η οποία κατατρώει ψυχές και σώματα. Ο Άγιος Σεραφείμ ύστερα από πολύχρονη άσκηση, σιωπή και εγκλεισμό, με εντολή της Παναγίας δίδασκε τους πιστούς αλλά και ίδρυσε γυναικείο μοναστήρι, στο Ντιβέγιεβο, με τις «ορφανές», όπως αποκαλούσε τις μοναχές, το οποίο σήμερα έχει σχεδόν χίλιες μονάχες.

Ο Άγιος έλεγε ότι το «φάρμακο» για τη θλίψη, είναι η προσφορά ενός καλού φαγητού, στον άνθρωπο ο οποίος υποφέρει. Έλεγε στις μοναχές, στο φτωχικό τότε μοναστήρι, να τρώνε μέχρι σκασμού, ενώ να φυλάνε και ένα κομμάτι ψωμί, στην τσέπη τους, όταν πάνε για δουλειά. Ακόμη, τα βράδια να τοποθετούν κάτω από το μαξιλάρι τους ένα κομμάτι ψωμί. Όταν έλθει η δύσκολη ώρα της θλίψης, να τρώνε το ψωμί και η απελπισία φεύγει. Ο μητροπολίτης Νεόφυτος προχώρησε ακόμη ένα βήμα, λέγοντας ότι σήμερα εκτός από ένα καλό φαγητό, η στήριξη να γίνεται με ένα καλό λόγο, με λίγα χρήματα, ακόμη και με μια προσευχή. Και υπέδειξε ότι τα απλά υπηρετούν τα πολύπλοκα. Δεν είναι τυχαίο το γεγονός ότι η χειρότερη μορφή κατάθλιψης είναι η νευρική ανορεξία, ενώ ο ευκολότερος τρόπος βίωσης της χαράς είναι το φαγητό μαζί με την οικογένεια ή με καλούς φίλους. Με λίγο κρασί, με λίγη ζιβανία, με λίγο φαγητό, παρέα με το αγόρι, με το κορίτσι, με τον συγγενή, με τον καλό φίλο και ο άνθρωπος έτσι απλά προγεύεται τον παράδεισο.

Από τη Σκουριώτισσα στον Καλοπαναγιώτη και στο χριστουγεννιάτικο χωριό. Παρέα με τον Αντρέα Μακρή, τον πρωτεργάτη της διοργάνωσης, περπατήσαμε τα περίπτερα. Η σπιτική ζιβανία έρρεε άφθονη και τα σφηνάκια μαζί με σουτζούκο αποτελούσαν όχι μόνο το καλύτερο καλωσόρισμα αλλά και το καλύτερο κλειδί για να ανοίξουν οι καρδιές και να ζεσταθεί το κορμί από τη χειμωνιάτικη ψυχρούλα. Στα μικρά περίπτερα, τα οποία στήθηκαν με περισσή χάρη και ομορφιά, ο ζεστός παλουζές, το ζεστό κρασί και ο ζεστός τραχανάς, ήταν μια μυσταγωγία. Οι καλές κυρίες και τα χαρούμενα γεροντοπαλίκαρα, οι φιλόξενοι Μαραθεύτες, κερνούσαν με την ψυχή τους.

Στα έξυπνα αυτοσχέδια τζάκια-μπαρ, οι χιλιάδες επισκέπτες του χωριού βίωναν το λεγόμενο πνεύμα των Χριστουγέννων, κουβέντιαζαν και γελούσαν με την ψυχή τους. Δίπλα στη γέφυρα του χωριού, κάτω από ένα ψηλό χριστουγεννιάτικο δέντρο, χορωδίες έψαλλαν τα κάλαντα και τραγουδούσαν, συμπαρασύροντας και τους επισκέπτες του χωριού, μικρούς και μεγάλους. Λίγα μέτρα παραπέρα, ο Άγιος Βασίλης δεχόταν τις επιστολές με τα αιτήματα των παιδιών και χάριζε δωράκια. Σε μια αίθουσα του μουσείου για τον Εθνομάρτυρα Λαυρέντιο, η ηθοποιός Χριστίνα Παυλίδου δίδασκε θέατρο στα παιδιά, τα οποία διασκέδαζαν με την ψυχή τους. Ούτε η βροχούλα, η οποία ξέσπασε σε κάποια στιγμή, στάθηκε ικανή να ανατρέψει το πρόγραμμα. Τρεχάλα όλοι κάτω από κάποιο σκέπαστρο και όλα συνεχίστηκαν απρόσκοπτα. Στα περίπτερα πολλοί κάτοικοι του χωριού πωλούσαν δικά τους λαχταριστά προϊόντα, όπως σουτζούκους, καρύδια, μέλι, γλυκά, καθώς και πολλές ευφάνταστες κατασκευές. Δεν έλειπαν τα σουβλάκια, τα χάμπουργκερ, τα λουκάνικα και άλλες λιχουδιές, οι οποίες εύφραναν το στομάχι. Υπήρχαν και οι επισκέπτες οι οποίοι προτιμούσαν τα εστιατόρια και τις ταβέρνες, οι οποίες ήταν υπερπλήρεις.

Στην καρδιά όλων των εκδηλώσεων, το μοναστήρι του θαυματουργού Αγίου Ιωάννη του Λαμπαδιστή. Ο Άγιος ο οποίος προσφέρει με την ανεκλάλητη χάρη του το κάτι παραπάνω, το κάτι ομορφότερο, το κάτι αγιότερο, από όλα αυτά, τα οποία πρόσφεραν με το χαμόγελο και την απλοχεριά τους οι κάτοικοι του Καλοπαναγιώτη. Το λαδάκι και το θυμίαμα, η προσευχούλα, κατευνάζουν την ένταση της ψυχής και ημερεύουν το σώμα. Λίγο η ομορφιά του βουνού, λίγο το σπιτικό κρασί, λίγο η καλή κουβέντα και λίγο το φωτεινό χαμόγελο, και το θαύμα της αληθινής χαράς δεν αργεί να έλθει. Όλα απλά και ωραία στον ωραίο Καλοπαναγιώτη, ο οποίος είναι «καλώς τα μάλα» ή απλά καλός «όνομα και πράμα».

ΣΧΟΛΙΑΣΤΕ

Άλλα άρθρα συγγραφέα

Του Παναγιώτη Καπαρή

Παναγιώτης Καπαρής: Τελευταία Ενημέρωση