ΚΛΕΙΣΙΜΟ
Loading...
 

Πόλεμος και απολυταρχία

Του Παναγιώτη Χριστιά

Του Παναγιώτη Χριστιά

Τα τυραννικά καθεστώτα είναι πολεμοχαρή. Η ιστορικά εξακριβωμένη αυτή πρόταση δεν σημαίνει τίποτε εάν δεν κατανοήσουμε την εσώτερη σχέση ανάμεσα στον πόλεμο και την απολυταρχία. Η σχέση ανάμεσα στις δύο αυτές συλλογικές ψυχικές καταστάσεις είναι διττή. Δεν είναι μόνο τα αυταρχικά καθεστώτα που οδηγούνται αργά ή γρήγορα σε πολεμικές συρράξεις, αλλά και αντίστροφα: όπου υπάρχουν πολεμικές συρράξεις, οι κοινωνίες διολισθαίνουν σε απολυταρχικά καθεστώτα.

Ένα χαρακτηριστικό παράδειγμα αντλούμε από την εποχή του μεσοπολέμου, αμέσως μετά το τέλος του Δευτέρου Παγκοσμίου Πολέμου. Τότε είδαμε την άνοδο των ολοκληρωτισμών: μπολσεβικισμός, φασισμός, χιτλερισμός, φρανκισμός. Τα καθεστώτα αυτά δεν θα ήταν δυνατό να επιβληθούν στην Ευρώπη πριν από την έναρξη του Πρώτου Παγκοσμίου, και αυτό επειδή σε μεγάλο βαθμό οι ευρωπαϊκές κοινωνίες ήταν ατομικιστικές και φιλελεύθερες. Είχε ήδη επέλθει η ουσιώδης μεταμόρφωση των δυτικών κοινωνιών, όπου πλέον, όπως χαρακτηριστικά έγραφε ο Georg Simmel, το πνεύμα του χρήματος είχε ήδη καταστήσει κυρίαρχη τη νέα συμπεριφοριστική κουλτούρα του ατομικού συμφέροντος και του εμπορικού οφέλους.

Σε μια τέτοια ατομικιστική κοινωνία, τα αισθήματα της φιλοπατρίας, της αυτοθυσίας, της συντροφικότητας, του ηρωισμού, της ανιδιοτελούς δέσμευσης και στράτευσης σε μια ανώτερη ιδέα ή σε έναν εθνικό μύθο είναι κατ’ ουσίαν άγνωστα. Εν ολίγοις, οι πολεμικές αρετές δεν ευδοκιμούν σε ειρηνικές και ειρηνόφιλες κοινωνίες, προσανατολισμένες στη βιομηχανική παραγωγή και την τεχνολογία της απόλαυσης, υλική και πνευματική. Η βίαιη και απότομη αλλαγή που επέφερε ο Πρώτος Παγκόσμιος ήταν κυρίως η εισαγωγή του πνεύματος του πολέμου σε ένα φιλειρηνικό κοινωνικό σύνολο. Χωρίς αυτή την ουσιώδη μετάλλαξη, δεν θα ήταν εύκολο να επιβληθούν τυραννικά καθεστώτα σε όλη σχεδόν την Ευρώπη.

Η πολεμική προπαγάνδα βέβαια προϋπήρχε του Μεγάλου Πολέμου. Αποτελούσε απομεινάρι της αριστοκρατικής κοινωνίας, της κοινωνίας των διακρίσεων, όπου οι ευγενείς αντλούσαν την κοινωνική τους υπεροχή και ισχύ από τα πολεμικά ανδραγαθήματα ενός απώτατου παρελθόντος.

Οι οίκοι των ευγενών ήταν στην ουσία οικογένειες πολέμαρχων, οι οποίες μεγάλωναν τα παιδιά τους με πολεμικές αρχές και αρετές, προετοιμάζοντάς τα για τον πόλεμο και την πολιτική. Η ανάγκη των ευγενών για ανδραγαθήματα, προκειμένου να επιβεβαιώνουν τακτικά την ύπαρξή τους, ήταν ο κύριος λόγος για τον οποίο οι περίοδοι ειρήνης στο Παλαιό Καθεστώς ήταν οάσεις μέσα στην έρημο ενός διαρκούς πολέμου.

Με τη φιλελεύθερη Γαλλική Επανάσταση, αυτό άλλαξε. Οι Δημοκρατίες (Republiques), όπως άλλωστε τονίζει και ο Immanuel Kant, ήταν πλέον ικανές να φέρουν την ανθρωπότητα σε μια κατάσταση διαρκούς ειρήνης. Αυτή η κατάσταση όμως δεν ικανοποιούσε τους οπαδούς της απολυταρχίας. Στα ατομικά δικαιώματα αντέταξαν το καθήκον προς την πατρίδα και την κοινωνία, στο αίτημα για ατομική και οικογενειακή ευτυχία, αντέταξαν την αυτοθυσία και τη στράτευση, στο πνεύμα του εμπορίου και του χρήματος, αυτό του αίματος. Όταν τον Αύγουστο του 1914 Γάλλοι, Άγγλοι, Γερμανοί, Αυστριακοί, Ιταλοί, Ρώσοι κινητοποιούνταν μαζικά για την έναρξη του καταστροφικότερου μέχρι τότε πολέμου, οι προπαγανδιστές ενός απαρχαιωμένου καθεστώτος γνώριζαν ότι είχαν νικήσει κατά κράτος τις αρχές της Δημοκρατίας και του φιλελευθερισμού. Από τη δοκιμασία των χαρακωμάτων μόνο ισχυρές και παλαιές φιλελεύθερες δημοκρατίες, όπως η Αγγλία και η Γαλλία, επέζησαν και ανέπτυξαν ένα αντιπολεμικό πνεύμα, δημιουργώντας διεθνείς θεσμούς όπως της Κοινωνίας των Εθνών.

Το φάσμα της «πολεμοκρατίας» πλανάται και πάλι πάνω από την Ευρώπη, η οποία πλέον στα ανατολικά και νοτιοανατολικά της σύνορα περιβάλλεται από τυραννικά πολεμοχαρή καθεστώτα. Οι ιαχές του πολέμου της Ρωσίας και της Τουρκίας κρατούν την Ευρώπη σε μια κατάσταση διαρκούς εθνικής απειλής. Συνέπειες αυτής της εμπόλεμης κατάστασης είναι αφενός μεν η ευκολία με την οποία φαίνεται σήμερα να πορεύεται η Ευρώπη στο ενεργειακό μέτωπο αλλά και στο μέτωπο του πληθωρισμού και αφετέρου η διαρκής διολίσθηση των εθνικών εκλογικών σωμάτων προς τις πατριωτικές παρατάξεις και τα εθνικιστικά μορφώματα. Κάτι τέτοιο συντελείται διότι, υπό την απειλή του πολέμου, οι ευρωπαϊκοί λαοί αρχίζουν και πάλι να διαποτίζονται από πολεμικές αρετές, ενώ το πνεύμα του πολέμου δείχνει να υπερισχύει εκείνου του φιλειρηνικού φιλελεύθερου ηδονισμού. Οι ευρωπαϊκές κοινωνίες σύρονται ερήμην τους σε πόλεμο. Αυτό δεν σημαίνει απαραίτητα ότι θα εκστρατεύσουν εναντίον του Πούτιν ή του Ερντογάν, αλλά ότι μεταβάλλεται η συλλογική θυμική τους κατάσταση. Προκρίνονται κοινωνικές αξίες, συλλογικές αρχές και ατομικές θέσεις ικανές να ωθήσουν τους λαούς να υπερασπιστούν σθεναρά τα κεκτημένα τους, τις αξίες τους και τα πάτρια εδάφη τους. Μοιραία, οι πολιτικοί και ιδεολογικοί χώροι που εκπροσωπούν τέτοιες αξίες και ιδανικά δεν είναι ούτε σοσιαλιστικοί ούτε φιλελεύθεροι. Ο πολεμικός παροξυσμός του εχθρού οδηγεί στη δική μας πολεμική στράτευση. Όπως σημειώνει ο Clausewitz, σε κατάσταση πολέμου, ο εχθρός επιβάλλει τον νόμο του. Υπό αυτό το πρίσμα, η Ευρώπη είναι ήδη σε πόλεμο. Το φάσμα της επερχόμενης καταστροφής πλανάται βαρύ πάνω από τις εκλογικές αναμετρήσεις και τις αποφάσεις των κυβερνώντων. Όσο διαρκούν ο πόλεμος και οι απειλές των άλλων, η Ευρώπη θα μετατρέπεται αργά αλλά σταθερά, εν αγνοία των περισσοτέρων και εν γνώσει μερικών, σε πολεμική μηχανή. Όταν αυτή η μηχανή γίνει πλήρως λειτουργική και τεθεί σε επιχειρησιακή ετοιμότητα, θα είναι πολύ δύσκολο μετά να σταματήσει. Οι εθνικές πολεμικές μηχανές, υπό την απειλή του άλλου, στήνονται σχετικά σύντομα, αλλά η αδράνειά τους μπορεί να διαρκέσει δεκαετίες.

Ο κ. Παναγιώτης Χριστιάς είναι αν. καθηγητής πολιτικής και κοινωνικής φιλοσοφίας του Πανεπιστημίου Κύπρου.

ΣΧΟΛΙΑΣΤΕ

Άλλα άρθρα συγγραφέα

Του Παναγιώτη Χριστιά

Παναγιώτης Χριστιάς: Τελευταία Ενημέρωση