ΚΛΕΙΣΙΜΟ
Loading...
 

Έβαλε τις ηλεκτρικές σκούπες σε μουσεία και έγινε δισεκατομμυριούχος

Σε αντίθεση με τους περισσότερους, ο Dyson χρησιμοποίησε κάθε αποτυχία του για να μάθει κάτι και να πάει παρακάτω

Money Review

Μια μέρα, το 1978, ο James Dyson καθάριζε το σπίτι του, όταν διαπίστωσε ότι η ηλεκτρική του σκούπα δεν ρουφούσε τη σκόνη όσο καλά θα ήθελε. Αμέσως, έσκισε τη σακούλα για να ανακαλύψει την πηγή του προβλήματος και βρήκε ότι ακόμα και μια ελάχιστη ποσότητα σκόνης ήταν αρκετή για να βουλώσει τους πόρους της και να μειώσει την ισχύ της σκούπας. Για οποιονδήποτε άλλο, το θέμα θα σταματούσε εδώ. Αλλά για τον Dyson, η κατασκευή της τέλειας ηλεκτρικής σκούπας έγινε σκοπός της ζωής του.

Για τα επόμενα τέσσερα χρόνια, δεν ασχολήθηκε με τίποτα άλλο. Η γυναίκα του δούλευε για να συντηρήσει εκείνον και τα τρία τους παιδιά, όσο ο Βρετανός εφευρέτης έκανε τη μία δοκιμή μετά την άλλη. Έπειτα από 5.127 πρωτότυπα, ήταν πια έτοιμος να ρίξει στην αγορά την πρώτη ηλεκτρική σκούπα χωρίς σακούλα.

Σήμερα, ο James Dyson είναι Ιππότης του Τάγματος της Βρετανικής Αυτοκρατορίας και ένας από τους πλουσιότερους ανθρώπους στη Βρετανία και σε όλο τον κόσμο, καθώς διαθέτει περιουσία 25 δισ. δολαρίων.


φωτ.: AP

Ο ίδιος είπε στην El Pais ότι έβγαλε μια περιουσία «αποτυγχάνοντας ξανά και ξανά». Σε αντίθεση με τους περισσότερους, ο Dyson χρησιμοποίησε κάθε αποτυχία του για να μάθει κάτι και να πάει παρακάτω. Για την ηλεκτρική σκούπα-ρομπότ του χρειάστηκε 17 χρόνια και πάνω από 1.000 πρωτότυπα. Για το υπερηχητικό σεσουάρ του, 4 χρόνια και 600 πρωτότυπα.

Και όσο και εάν δυσκολεύτηκε να φτιάξει αυτά τα επαναστατικά προϊόντα, πολύ γρήγορα διαπίστωσε ότι το να τα πουλήσει ήταν ακόμα δυσκολότερο. Όταν, για παράδειγμα, τελειοποίησε την πρώτη του σκούπα, απευθύνθηκε σε όλες τις βρετανικές εταιρείες ηλεκτρικών ειδών, προκειμένου να τους πουλήσει τα σχέδια. Αλλά καμία δεν ενδιαφερόταν. Οι εταιρείες αυτές ήταν αρκετά απρόθυμες να καταργήσουν τις σακούλες για ηλεκτρικές σκούπες, μια αγορά από την οποία έβγαζαν αρκετά χρήματα χωρίς κόπο.

Αλλά και η είσοδός του στην αμερικανική αγορά, δεν ήταν λιγότερο επεισοδιακή. Ο Dyson πέρασε τον Ατλαντικό για να πουλήσει την DC07, μια ηλεκτρική σκούπα χωρίς σακούλα, φτιαγμένη από το υλικό που χρησιμοποιείται στα κράνη, η οποία ρουφούσε τη σκόνη παράγοντας φυγόκεντρη δύναμη τριπλάσια από εκείνη μιας σφαίρας. Το πρόβλημα ήταν ότι η Dyson την πουλούσε αντί 399 δολαρίων, σε μία εποχή που η μέση ηλεκτρική σκούπα κόστιζε 125 δολάρια και οι Αμερικανοί καταναλωτές έσφιγγαν το ζωνάρι, μετά το σκάσιμο της τεχνολογικής φούσκας. Πρακτικά, ο Dyson πουλούσε κάτι που κανείς δεν πίστευε ότι χρειαζόταν και μάλιστα σε εξωφρενική τιμή. Όμως, μέσα σε δύο χρόνια, είχε κατακτήσει το 15% της αμερικανικής αγοράς και τον τίτλο του Νο2, μετά τη Hoover.


φωτ.: AP

Δεν είναι τυχαίο ότι η πρώτη μεγάλη επιτυχία του Dyson σημειώθηκε στην Ιαπωνία, μία αγορά που ως γνωστόν υιοθετεί πρώτη τα πιο καινοτόμα προϊόντα, πριν αυτά να κατακτήσουν τον κόσμο.

Στην πορεία, ο Βρετανός εφευρέτης ανέπτυξε μια ολόκληρη σειρά από προϊόντα: Πλυντήρια ρούχων, στεγνωτήρες χεριών, σεσουάρ, ανεμιστήρες, ακουστικά αλλά ακόμα και το πρωτότυπο ενός ηλεκτρικού αυτοκινήτου που δεν θα βγει ποτέ προς πώληση. «Αν και ο σχεδιασμός του ήταν τεχνικά άριστος, γνωρίζαμε ότι δεν θα ήταν ποτέ ανταγωνιστικό», λέει.

Όμως αυτό για το οποίο είναι υπερήφανος είναι ότι πολλές από τις δημιουργίες του εκτίθενται σε μουσεία. Η σκούπα DC02 είναι κομμάτι της μόνιμης συλλογής του Museum of Modern Art’s (MoMA) της Νέας Υόρκης από το 1994, ενώ η G-Force ήταν ένα από τα 12 αντικείμενα που επιλέχθηκαν για μια έκθεση με φιλανθρωπικό σκοπό στο London Design Museum το 2016.

ΣΧΕΤΙΚΑ TAGS
ΣΧΟΛΙΑΣΤΕ

Άλλα άρθρα συγγραφέα

Money Review

Οικονομία: Τελευταία Ενημέρωση