ΚΛΕΙΣΙΜΟ
Loading...
 
Τελευταία Ενημέρωση: 08:04
17°
Kλασικά και αγαπημένα Jazz, blues, swing, easy listening τραγούδια επιλεγμένα από την «Κ».
ΦΑΡΜΑΚΕΙΑ
Πολιτική

Μεχμέτ Μερτζάν: Απόβαση, μάχες και εκτελέσεις, όπως τις έζησε το 1974

Του Ανδρέα Παράσχου

Του Ανδρέα Παράσχου

paraschosa@kathimerini.com.cy

Ο δεκανέας του κατοχικού στρατού περιγράφει την απόβαση, την κατάληψη του Δικώμου και εκτελέσεις στο Συγχαρί

Είναι Μάρτης του 2007, είμαστε με τη συνάδελφο Άννα Ανδρέου στο μικρό διαμέρισμα του Μεχμέτ Μερτζάν, στην καρδιά της Κωνσταντινούπολης. Πρόκειται για τον έφεδρο δεκανέα του τουρκικού στρατού, το 1974, τον οποίο «συναντήσαμε» στις ιστορίες του πεντάχρονου αγνοούμενου από το Παλαίκυθρο, Χριστάκη Γεωργίου και του 16χρονου Κώστα Γιάννακα από τη Μια Μηλιά, τον οποίο είχε γλιτώσει από εκτελεστικό απόσπασμα ο Μεχμέτ. Ο Μεχμέτ, που εκείνο τον καιρό μελετούσε την Καινή Διαθήκη για να μάθει σε τι θεό πιστεύουν και οι άλλοι άνθρωποι, όταν μιλά για όσα έζησε στην Κύπρο το ’74 «δεν καταλαβαίνει Χριστό»! Αφηγείται χωρίς πάθος και κυρίως χωρίς φόβο τα όσα έζησε στην Κύπρο ως στρατιώτης του τουρκικού στρατού εισβολής από τις 20 Ιουλίου του 1974 μέχρι και τα τέλη Νοεμβρίου 1974 και με αφοπλιστική ειλικρίνεια δηλώνει: «Φοβάμαι γιατί αυτά που θα πω, αν και πέρασαν τριάντα χρόνια, μπορεί να πειράξουν. Εγώ είμαι εναντίον του πολέμου. Ο πόλεμος δεν ωφελεί ποτέ κανένα πλην εκείνων που πλουτίζουν από αυτόν. Γι’ αυτό πρέπει να αποκαλύπτουμε το αλγεινό του πρόσωπο. Για να μαθαίνουν οι νεότεροι πόση αξία έχει η ειρήνη. Ο κόσμος δεν πρέπει να έχει σύνορα. Όλοι οι άνθρωποι πρέπει να ζουν όπου θέλουν και όπως θέλουν, ειρηνικά και αγαπημένα». Να τον πιστέψουμε ή μήπως οι Τούρκοι δεν έχουν εμπιστοσύνη έστω κι αν χωρίς κέρδος μπορεί κάποτε να βάζουν και το κεφάλι τους στον ντορβά. Και πάλι όμως γιατί ένας βετεράνος της τουρκικής εισβολής με τα προνόμια που απολαμβάνει να μην «κωλώνει» και να αφηγείται πράγματα πολλές φορές και ακατονόμαστα...
Μας ξαναγέμισε με αχνιστό τσάι τα μικρά παραδοσιακά γυάλινα ποτηράκια και πήρε στο χέρι το ποντίκι του κομπιούτερ. Από το GOOGLE EARTH εστίασε σε μια περιοχή λίγο έξω από τη Λευκωσία στους πρόποδες του Πενταδάκτυλου και ξεκίνησε την αφήγηση. Η Άννα μετέφραζε, το μαγνητόφωνο ηχογραφούσε κι εγώ έπαιρνα σημειώσεις.

Εν αρχή η απόβαση

«Τα ελικόπτερά μας ξεκίνησαν από το Τασουντζού της Μερσίνας. Ήταν περίπου 30 ελικόπτερα και το καθένα μετέφερε μικρές ομάδες των 5-6 ατόμων. Φτάσαμε γύρω στις τρεις το απόγευμα στο Μπογάζι, μεταξύ Λευκωσίας και Κερύνειας. Η ζέστη ήταν αφόρητη, ο αέρας ζεστός και η σκόνη μάς δυσκόλευε στην αναπνοή. Σκέφτηκα για μια στιγμή «πού μας έφεραν και γιατί;». Φυσικά καταλάβαινα ότι επρόκειτο για πόλεμο. Καταλάβαινα ακόμα ότι ο πόλεμος είναι άσχημο πράγμα. Δεν μπορούσα τότε να το αναλύσω πολιτικά ή φιλοσοφικά, αλλά ήμουν 20 χρονών είχα γυναίκα και δύο μικρά παιδιά κι αυτό μου ήταν μάλλον αρκετό για να καταλαβαίνω πόσο σκληρό πράγμα ήταν ο πόλεμος. Μια ζωή όταν χαθεί δεν έρχεται πίσω...

Το πρώτο σοκ

Αποβιβαστήκαμε και κατεβάσαμε από το ελικόπτερο τα πυρομαχικά και τους όλμους που κουβαλούσαμε, καθώς η ομάδα μου ήταν στοιχείο όλμων. Πριν κατορθώσουμε να προσανατολιστούμε και να συνταχθούμε δεχθήκαμε πυρά όλμων και ένας από την ομάδα μου τραυματίσθηκε στο πλευρό. Το αίμα και οι οιμωγές του μας προκάλεσαν το πρώτο σοκ. Δεν ξέραμε πώς να αντιδράσουμε. Συζητήσαμε για μερικά λεπτά και αποφασίσαμε ότι προείχε η ζωή του συναδέλφου μας. Έπρεπε να βρούμε άμεσα βοήθεια. Αφήσαμε τους όλμους και τα πυρομαχικά, πήραμε τον προσωπικό μας οπλισμό μόνο, οι τρεις σηκώσαμε στα χέρια τον τραυματία και ο τέταρτος μπήκε μπροστά με το όπλο και φτάσαμε μέχρι το δρόμο. Από μακριά είδαμε να έρχεται ένα στρατιωτικό τζιπ. Κρυφτήκαμε στο χαντάκι και μόλις πλησίασε το τζιπ αρκετά, βγήκαμε και οι τέσσερεις προτάσσοντας τα όπλα και ανακόπτοντας το όχημα. Ο οδηγός φρενάρισε απότομα και μαζί με τον συνοδηγό σήκωσαν τα χέρια ψηλά. Δεν ξέραμε αν ήταν Έλληνες ή Τούρκοι. Πλησιάσαμε έτοιμοι για κάθε ενδεχόμενο και τους ρωτήσαμε πού πάνε. Το σοκ από τον τραυματισμό του φίλου μας δεν είχε περάσει και ήμασταν εκνευρισμένοι. Προς μεγάλη μας ανακούφιση μάς απάντησαν στην τουρκική. Ήσαν Τούρκοι. Φορτώσαμε τον τραυματία στο τζιπ και μας μετέφεραν στο στρατιωτικό νοσοκομείο του Δικώμου. Αφήσαμε τον τραυματία εκεί και δεν ξέραμε πλέον πού να πάμε και τι να κάνουμε. Είχαμε ήδη αποκοπεί από το υπόλοιπο τμήμα και δεν είχαμε μέσο για να επικοινωνήσουμε ούτε και γνωρίζαμε πλέον το σημείο συγκέντρωσης ώστε να επιστρέψουμε. Παρακάτω είδα έναν Τούρκο αξιωματικό. Πλησίασα και του εξήγησα την κατάσταση. Τον ρώτησα τι έπρεπε να κάνουμε. Μας είπε να πάμε σε ένα χώρο κοντά στο Δίκωμο, όπου ήταν και άλλοι στρατιώτες. Ξεκινήσαμε με τα πόδια προς την κατεύθυνση που μας υπέδειξε και τους συναντήσαμε γύρω στις εννέα το βράδυ. Ο διοικητής σε εκείνη τη μονάδα ήταν κάποιος Σουμπάι Μπαΐκαρα. Όταν τον ρώτησα τι πρέπει να κάνουμε, μου απάντησε: «Εσύ θα φροντίζεις για το φαγητό και τις προμήθειες». Με έχρισε δηλαδή σιτιστή. Μόνο που εφόδια δεν υπήρχαν, πώς θα σιτίζαμε κι άλλους. Θα έπρεπε με λίγα λόγια να βρούμε φαγητό να φάνε οι στρατιώτες».

Eίδαμε ελληνικά τανκς. Τους χαιρετίσαμε τάχατες ενθουσιασμένοι και μας χαιρέτισαν κι εκείνοι. Πάτησα το γκάζι και το φορτηγό έπιασε όση ταχύτητα ήταν δυνατό. Αναπνεύσαμε με ανακούφιση

Μπήκαν στο Δίκωμο

Κάνει παύση, χαμογελά λες και αυτοσαρκάζεται, και μας αφηγείται πως για μια ολόκληρη μέρα κατασκόπευαν ένα σχεδόν άδειο χωριό πριν να το «καταλάβουν». «Την επόμενη μέρα στις 21 Ιουλίου μαζί με άλλους δύο ξεκινήσαμε και κινηθήκαμε προς το χωριό, το Δίκωμο. Κάτσαμε στο παρατηρητήριο έξω από το χωριό και προσπαθούσαμε με τα κιάλια να καταλάβουμε αν υπήρχαν οπλισμένοι κάτοικοι κι αν υπήρχε κίνδυνος για να μπούμε στο χωριό. Η ζέστη αφόρητη και η πείνα είχε αρχίσει να βαρά κατακούτελα. Από όλα όσα είχαμε παρατηρήσει αντιληφθήκαμε ότι στο χωριό είχαν μείνει μόνο γέροι. Είχε ήδη νυχτώσει κι αποφασίσαμε να κοιμηθούμε γιατί ήμασταν κατάκοποι και τα ξημερώματα θα μπαίναμε στο χωριό. Έτσι κι έγινε. Τα χαράματα μπήκαμε στο χωριό...». Χαμογελά ξανά και συνεχίζει: «Παντού υπήρχαν σπασμένα τζάμια και σημάδια μάλλον αεροπορικών πολυβολισμών. Σε μια στιγμή προσέξαμε κάποια περίεργη κίνηση. Πλησιάσαμε - παίρνοντας προφυλάξεις - ένα αυτοκίνητο με δύο άτομα. Μόλις εμφανιστήκαμε μπροστά τους σήκωσαν τα χέρια ψηλά. Μας μίλησαν τούρκικα και ήταν φορτωμένοι χρυσαφικά. Ήσαν Τούρκοι, τσιγγάνοι όπως μας είπαν και είχαν έρθει «να πάρουν τα χρυσαφικά τους για να τα πουλήσουν για να ζήσουν τις δύσκολες μέρες»... Φυσικά και αντιληφθήκαμε ότι δεν ήταν δικά τους τα χρυσαφικά που μάζεψαν, ωστόσο εκείνη την ώρα άλλες ήταν οι προτεραιότητές μας. Κυρίως έπρεπε να βρούμε ένα μεταφορικό μέσο και κάτι για να φάμε.

Συνεχίσαμε να περπατούμε στο εγκαταλελειμμένο χωριό. Συναντήσαμε μερικά ηλικιωμένα άτομα πέραν των 70 χρονών. Τους μιλούσαμε και μας απαντούσαν ελληνικά. Καταλάβαμε ότι δεν υπήρχαν παρά μόνο μερικοί γέροντες, οι άλλοι είχαν όλοι φύγει. Σε λίγο είδαμε μπροστά μας ένα φορτηγό αυτοκίνητο φορτωμένο με σάκους τσιμέντο. Οι δύο ξεφόρτωσαν το τσιμέντο κι εγώ αφού έσπασα το τζάμι, ένωσα τα σύρματα και ξεκίνησα το όχημα. Μπήκαμε μέσα και λίγο πιο κάτω είδαμε ένα μπακάλικο. Κατεβήκαμε και προσπαθήσαμε να παραβιάσουμε την πόρτα. Δυσκολευτήκαμε και γι’ αυτό τη σπρώξαμε με το φορτηγό και άνοιξε. Πήραμε μπισκότα, αναψυκτικά και τσιγάρα. Αφού χορτάσαμε την πείνα μας, φορτώσαμε και ό,τι μπορούσαμε και ξεκινήσαμε για να βρούμε τη μονάδα μας».

Επικίνδυνη απόδραση

Ο Μεχμέτ Μερτζάν στρέφεται ξανά προς το GOOGLE EARTH και βρίσκει ένα συγκεκριμένο σημείο στον Πενταδάκτυλο, που σήμερα ασπρίζει και ξεκινά ξανά την αφήγησή του: «Υπολογίζοντας στο περίπου φτάσαμε σε μια περιοχή στον Πενταδάκτυλο όπου κάνουν σκυρόδεμα. Εκεί βρήκαμε γύρω στους 25 δικούς μας μαζί με ένα επιλοχία. Έπρεπε όμως να φύγουμε γιατί ξαφνικά βρεθήκαμε εν μέσω πυκνών πυρών και κινδυνεύαμε άμεσα. Έπρεπε να κινηθούμε αστραπιαία και ανάμεσα από τις γραμμές και κυρίως χωρίς να αντιληφθούν οι Έλληνες ποιοι ήμασταν. Βγάλαμε όλοι τα στρατιωτικά πουκάμισα και μείναμε άλλοι γυμνοί κι άλλοι με τις φανέλες. Μπήκαν όλοι στο φορτηγό «μου» με τους ελληνικούς αριθμούς εγγραφής. Κι αυτό μάλλον μας έσωσε. Οδηγούσα πολύ προσεκτικά και με μέτρια ταχύτητα. Είχα φουσκώσει στον ιδρώτα από την ένταση και την αγωνία. Σε μικρή απόσταση είδαμε ελληνικά τανκς. Τους χαιρετίσαμε τάχατες ενθουσιασμένοι και μας χαιρέτισαν κι εκείνοι. Μόλις περάσαμε τα τανκς, πάτησα με όση δύναμη μού είχε απομείνει το γκάζι και το φορτηγό έπιασε όση ταχύτητα ήταν δυνατό. Αναπνεύσαμε με ανακούφιση. Είχαμε αποδράσει στην κυριολεξία από του χάρου τα δόντια. Όλη εκείνη την ώρα της αγωνίας σκεφτόμουνα τα παιδιά μου και τη γυναίκα μου...

Οδήγησα το φορτηγό εκεί που ήξερα καλύτερα. Σε λίγο φτάσαμε στο στρατιωτικό νοσοκομείο του Δικώμου. Εκεί εξουθενωμένοι κοιμηθήκαμε».

«Διαβάζω την Καινή Διαθήκη όπως διαβάζω και άλλων θρησκειών βιβλία. Θέλω πάντα να διευρύνω τους ορίζοντές μου. Δεν είμαι φανατικός ούτε θρησκείας ούτε πολιτικής. Ο μόνος μου φανατισμός είναι η γνώση. Δυστυχώς, η τουρκική κοινωνία αυτά τα βλέπει ακόμα καχύποπτα. Ακόμα κι αυτά που γίνονται γι’ αυτήν και εντός αυτής και φυσικά την αφορούν άμεσα. Η τουρκική κοινωνία θέλει να κρατεί μυστικά»

Οι εκτελέσεις τεσσάρων στο Συγχαρί

Ο Μεχμέτ σταματά την αφήγηση. Πίνει δυο γεμάτες γουλιές τσάι και δείχνει να δυσκολεύεται να περάσει στην επόμενη μέρα. Η Άννα τον ρωτά «τι συμβαίνει». Απαντά πως δεν θα ήθελε να θυμάται εκείνη τη μέρα και πιάνει διστακτικά ξανά το νήμα της μνήμης...
«Την επομένη, 22 Ιουλίου, πήραμε διαταγή να πάμε στο Συγχαρί που ήταν ήδη υπό τον έλεγχο του τουρκικού στρατού. Εκεί υπήρχαν άλλοι περίπου 150 δικοί μας στρατιώτες. Εκεί βρέθηκα για πρώτη φορά στις τρεις μέρες σε μια πρωτόγνωρη για μένα σκηνή. Είχαν οι δικοί μας πάρει τέσσερις Ελληνοκύπριους αιχμαλώτους και με τη βοήθεια κάποιου διερμηνέα, προφανώς Τουρκοκύπριου και κάποιων άλλων, τους ανέκριναν. Όταν τέλειωσαν με την ανάκριση του πρώτου τον πήραν λίγο πιο πέρα, μπροστά από ένα μεγάλο χαντάκι και τον εκτέλεσαν. Το ίδιο συνέβη και με τον δεύτερο. Ο τρίτος την ώρα που τον οδηγούσαν στην εκτέλεση επιχείρησε να αποδράσει. Πήρε φόρα και πήδηξε από την άλλη πλευρά του χαντακιού που ήταν 3-4 μέτρα και τα κατάφερε. Μόλις όμως έπεσε στην άλλη πλευρά ένας από τους εκτελεστές τον πυροβόλησε και τον σκότωσε. Εκτέλεσαν και τον τέταρτο...». Έστρεψε το πρόσωπό του προς εμένα και μου είπε πως κάπου εκεί (δείχνοντας με το ποντίκι στην οθόνη του κομπιούτερ) πρέπει να υπάρχει ένας τάφος αγνοουμένων και συνέχισε: «Πρώτη φορά έβλεπα ένα τέτοιο πράγμα. Όσο το σκέφτομαι επιστρέφει ο νους μου ξανά στις σκέψεις περί του πολέμου. Ένας κόσμος, ένας πλανήτης ολόκληρος που μας χωρά όλους. Γιατί να σκοτώνονται οι άνθρωποι; Τι έχουν να μοιράσουν; Τα πλούτη των ισχυρών; Εκείνοι δεν πολεμάνε. Μόνο κερδίζουν από τους πολέμους...».

Και μετά ήρθαν τα τανκς

«Στρατοπεδεύσαμε λίγο πιο έξω από το Συγχαρί. Αφού τακτοποιηθήκαμε, μάς μίλησε ο διοικητής και μας είπε ότι το σχέδιο ήταν να καταλάβουμε τον Πενταδάκτυλο. Τα πράγματα ήταν ακόμα δύσκολα. Περιμέναμε να φτάσει ο βαρύς οπλισμός. Υπήρξε, αν θυμάμαι καλά, μια ανακωχή ή μια τέλος πάντων ανάπαυλα 3-4 ημερών και τότε ήταν που έφτασαν και τα δικά μας τα τανκς και τα άλλα βαρέα οχήματα. Εγώ έλαβα διαταγή να βρω φαγητό για να φάνε οι στρατιώτες. Πήρα τότε σειρά τα χωριά και διέταζα τον κόσμο να σφάζει ζώα και να τα μαγειρεύει. Στην ερώτηση αν γύριζε ελληνικά χωριά ο Μεχμέτ Μερτζάν απαντά αρνητικά: «Δεν έφτανε μόνο να βρίσκουμε φαγητό. Κάποιοι έπρεπε να μαγειρεύουν και έπρεπε ταυτόχρονα εκείνοι που μαγείρευαν να μπορούν να εξηγούνται. Γι’ αυτό «παραγγέλναμε» αυτά που χρειαζόμασταν σε Τουρκοκύπριους, τα μαγείρευαν και μετά περνούσαμε, τα μαζεύαμε και κάναμε διανομή συσσίτιο. Μάλιστα, εγώ βρήκα και μια καλή γριούλα που την παρακάλεσα και μου έπλενε και τα ρούχα μου. Μεγάλη πολυτέλεια...».

Πολύωρη μάχη

Ο Μεχμέτ Μερτζάν προσπάθησε στη συνέχεια να μας εξηγήσει, χρησιμοποιώντας και πάλι τον ηλεκτρονικό χάρτη, ένα στρατηγικό σημείο που τους δόθηκε διαταγή να καταλάβουν. Ήταν κάπου μεταξύ Κερύνειας και Μόρφου. Ωστόσο, δεν θυμόταν το όνομα κι ούτε κι εμείς μπορούσαμε να αντιληφθούμε τελικά περί ποιου χωριού μιλούσε. Τέλος πάντων μας εξήγησε ότι εκεί έκαναν μια πολύωρη μάχη με τους Έλληνες και τελικά κατάφεραν να μπουν και να πάρουν το χωριό. Στο δικό μου ερώτημα αν υπήρχαν νεκροί, απάντησε ότι πρέπει να ήταν πολλοί οι νεκροί, ωστόσο, ο ίδιος διατάχθηκε να μεταφέρει τραυματίες στο Δίκωμο και δεν ήταν εκεί όταν μάζευαν τους νεκρούς, γι’ αυτό και δεν ήξερε πόσοι ήταν και πού τους έθαψαν.

Ό Μεχμέτ πίνει άλλη μια γουλιά τσάι. Και παίρνει ένα βιβλίο στα χέρια. Είναι η Καινή Διαθήκη σε τουρκική μετάφραση: «Διαβάζω την Καινή Διαθήκη όπως διαβάζω και άλλων θρησκειών βιβλία αλλά και φιλοσόφων. Θέλω πάντα να διευρύνω τους ορίζοντές μου. Δεν είμαι φανατικός ούτε θρησκείας ούτε πολιτικής. Ο μόνος μου φανατισμός είναι η γνώση. Δυστυχώς, η τουρκική κοινωνία αυτά τα βλέπει ακόμα καχύποπτα. Ακόμα κι αυτά που γίνονται γι’ αυτήν και εντός αυτής και φυσικά την αφορούν άμεσα. Η τουρκική κοινωνία θέλει να κρατεί μυστικά. Και θέλει να τα κρατεί «εντός της οικογένειας». Εδώ βάλαμε άνω τελεία. Ήπιαμε ακόμα λίγο τσάι και βγάλαμε φωτογραφίες για να ξεμουδιάσουμε. Κι ήταν λίγο πριν σκάσουν οι μεγάλες, οι πολύ μεγάλες βόμβες των λεηλασιών και των βιασμών...

ΣΧΟΛΙΑΣΤΕ Συνδεθείτε

ΑΛΛΕΣ ΕΙΔΗΣΕΙΣ ΚΑΤΗΓΟΡΙΑΣ

ΑΛΛΕΣ ΚΑΤΗΓΟΡΙΕΣ