ΚΛΕΙΣΙΜΟ
Loading...
 

Συνταγματικό ατόπημα

Του ΧΡΙΣΤΗ Θ. ΛΟΤΤΙΔΗ

Δυστυχώς και σε αυτή τη θεσμική κρίση αποδείχτηκε πέραν πάσης αμφιβολίας ότι o λαϊκισμός, η ανθρωποφαγία και η εξυπηρέτηση αλλότριων συμφερόντων υπερβαίνουν το καλό της κοινωνίας και της εύρυθμης λειτουργίας του πολιτεύματος. Με μια τεράστια διαφορά, αυτή τη φορά επιχειρείται να πληγεί ο θεσμός του ίδιου του προέδρου, σε προεδρικό πολίτευμα!

Σε αυτό, σε κάποιο βαθμό, στις σύγχρονες κομματικές δημοκρατίες, ιδίως τις ανώριμες, μπορούσε κάποιος να βρει ελαφρυντικά. Αυτό όμως που δεν έχει καθόλου ελαφρυντικά είναι σε περιόδους κρίσεων και μη να επιχειρείται συνταγματική εκτροπή και προσπάθεια βάναυσης παραβίασης του Συντάγματος, θέτοντας σε κίνδυνο το ίδιο το πολίτευμα και τη μορφή του. Κατά το κλασικό δόγμα της διάκρισης των εξουσιών, η άσκηση κάθε λειτουργίας πρέπει να αναλαμβάνεται από διαφορετική εξουσία, από διαφορετική οργάνωση και να αποφεύγεται η σύγχυση (ή συγκέντρωση ή διασταύρωση) των εξουσιών.

Η θεωρία των τριών εξουσιών παρέχει απλουστευτική εικόνα της κρατικής δομής. Κατά τη διδασκαλία του Μοντεσκιέ, η διασφάλιση της πολιτικής ελευθερίας επιτυγχάνεται μόνο όταν οι τρεις εξουσίες ανατίθενται και ασκούνται από διαφορετικά όργανα. Διαφορετικά δεν είναι αντικειμενικά δυνατή η ύπαρξη ελευθερίας, όταν οι τρεις εξουσίες ανατίθενται και ασκούνται από το ίδιο όργανο, είτε μονοπρόσωπο είτε πολυμελές.

Αν οι νόμοι παράγονται και εφαρμόζονται από το ίδιο όργανο, υπάρχει κίνδυνος τυραννίας. Τα όργανα, που ασκούν τις διαφορετικές εξουσίες, θα πρέπει να είναι κατά το δυνατόν ανεξάρτητα μεταξύ τους. Ακόμη και σύμφωνα με τη διδασκαλία του Μοντεσκιέ, μεταξύ των οργάνων των τριών εξουσιών δεν είναι απαραίτητο να υπάρχει πλήρης διαχωρισμός, αλλά ανεξαρτησία στην άσκηση της αρμοδιότητάς τους και συνεργασία για τη διασφάλιση της ελευθερίας. Κάθε όργανο θα πρέπει να είναι ανεξάρτητο να αποφασίζει στα όρια της αρμοδιότητάς του. Ταυτόχρονα, όμως, θα πρέπει να έχει τη δυνατότητα να εμποδίζει υπερβολές, προερχόμενες από άλλα όργανα μη εκλεγμένα, τα οποία, καταχρώμενα τις εξουσίες τους, υπερβαίνουν τα καθήκοντά τους και προσπαθούν να ποδηγετήσουν τους θεσμούς.

Ο Μοντεσκιέ πίστευε ότι η πολιτική ελευθερία εξασφαλίζεται μόνο στα περιορισμένα πολιτεύματα, αλλά εφόσον δεν εμφανίζεται κατάχρηση εξουσίας. Όπως διδάσκει η ίδια η ιστορική εμπειρία, εκείνος που έχει την εξουσία τείνει σε κατάχρησή της και προχωρεί μέχρις εκεί που θα συναντήσει όρια. Για τον λόγο αυτό είναι απαραίτητο να εμποδίζεται η κατάχρηση της εξουσίας, δηλαδή επιβάλλεται η εξουσία να συγκρατεί την εξουσία (il faut que le pouvoir arête le pouvoir).

Η αρχή της διάκρισης των εξουσιών αποκτά πολιτική σημασία στο πλαίσιο του αντιπροσωπευτικού συστήματος, στο οποίο άλλοι ασκούν την εξουσία αντί του λαού. Αντίθετα η σημασία της υποχωρεί σημαντικά στο πολιτειακό πλαίσιο της άμεσης δημοκρατίας, στο οποίο υπερέχει η αυθεντία του εκλογικού σώματος. Ομοίως καθορίζεται και από τον λαό η άσκηση εξουσίας οποιουδήποτε οργάνου είτε ως νομοθέτης είτε ως συντακτικός νομοθέτης διά των αντιπροσώπων του. Με τη διαφορά ότι η εξουσία που δίνει ο υπέρτατος νόμος του κράτους, το Σύνταγμα, δεν αφήνει περιθώρια ευρείας ερμηνείας. Αυτό σημαίνει, με βάση την πάγια νομολογία του Ανωτάτου Δικαστηρίου, ότι οι πράξεις του κάθε οργάνου που ασκεί εξουσία όχι μόνο δεν πρέπει να βρίσκονται σε αντίθεση με τις διατάξεις του, αλλά θα πρέπει συνάμα να βρίσκονται σε απόλυτη συμφωνία με το Σύνταγμα. Με απλά λόγια, επέκταση των αρμοδιοτήτων που ρητά ορίζει το Σύνταγμα για ένα όργανο, είτε αφορά τον χρόνο είτε τις ίδιες τις πράξεις, δεν μπορεί να γίνει ούτε με μονομερή απόφαση, γιατί προσκρούει στα όρια της εξουσίας, ούτε με απλό νόμο, αλλά ούτε βεβαίως με την επίκληση γενικών αρχών και άλλων πηγών δικαίου, οι οποίες έπονται του Συντάγματος και θα πρέπει να βρίσκονται σε πλήρη συμφωνία με αυτό.

Δηλώσεις από πολιτικούς αρχηγούς ότι εφόσον ένας διορισμένος αξιωματούχος μπορεί να ασκεί έλεγχο εκ των υστέρων, ποιο το πρόβλημα να ασκεί εκ των προτέρων, πραγματικά βάζει δυναμίτη στην ίδια τη λειτουργία του πολιτεύματος, τορπιλίζοντας την ίδια τη βασική αρχή της ίδιας της Δημοκρατίας της λαϊκής κυριαρχίας και την έννοια του λαού στην ευρεία έννοιά του, αλλά και στη στενή έννοιά του ως εκλογικού σώματος και οδηγεί κατ’ εξοχήν σε κατάχρηση εξουσίας.

Ο υπέρτατος νόμος του κράτους, που είναι το Σύνταγμα, καθορίζει τον ρόλο εκάστου σώματος, μονομελούς ή πολυμελούς οργάνου, αιρετού ή διορισμένου, και καμία παραβίασή του δεν πρέπει να γίνεται ανεκτή από τον λαό, ο οποίος έχει δώσει νωπή λαϊκή εντολή. Η συστηματική και καταχρηστική προσπάθεια για αποδόμηση του θεσμού του προέδρου θέτει σε κίνδυνο την ίδια τη Δημοκρατία και οφείλει το συντεταγμένο κράτος να αναχαιτίσει τους κινδύνους αυτούς.

Ο κ. Χρίστης Θ. Λοττίδης είναι διευθύνων σύμβουλος της «Καθημερινής» Κύπρου και συγγραφέας του βιβλίου «Το Σύνταγμα της Κυπριακής Δημοκρατίας, η πολυπλοκότητα του και η ανεπιτυχής προσπάθεια αναθεώρησής του, το 1963», εκδ. Σάκκουλα, β΄ έκδοση 2019.

ΣΧΟΛΙΑΣΤΕ

Προσωπικότητες στην ''Κ'': Τελευταία Ενημέρωση