ΚΛΕΙΣΙΜΟ
Loading...
 

Οι «επενδυτές» στο ποδόσφαιρο

Η παγκοσμιοποίηση δεν είναι τάση, αλλά απόλυτη ανάγκη για τους ιδιοκτήτες ομάδων

Του Πανίκου Κωνσταντίνου

Τα τελευταία χρόνια η συζήτηση περί επενδυτών στην Κύπρο αναπτύχθηκε με αφορμή την αλλαγή ιδιοκτησιακού καθεστώτος στην Ομόνοια, τον Άρη και την Πάφο. Αυτή την περίοδο αρκετές ομάδες ημερεύουν με την ιδέα δημιουργίας ποδοσφαιρικής εταιρείας κάτι που αναφέρθηκε πρόσφατα από τους ανθρώπους της ΑΕΛ μετά την αποχώρηση του Ανδρέα Σοφοκλέους και στην Ανόρθωση στην μετά-εποχή Χρίστου Πουλλαϊδη. Πάμε να θυμηθούμε πως άλλαξαν τα δεδομένα στο χώρο Ευρωπαϊκού ποδοσφαίρου και ποια ανάγκη μας οδηγεί στην εξεύρεση κυρίως ξένων επενδυτών αρχίζοντας από μια σημαντική εξέλιξη που διαδραματίστηκε πριν περίπου τρία χρόνια. Τον Απρίλιο του 2021, μια ομάδα αποτελούμενη από ιδιοκτήτες ποδοσφαιρικών συλλόγων διαφόρων υπηκοοτήτων, προσπάθησε να δημιουργήσει κλειστή λίγκα με σκοπό την αύξηση των εσόδων τους.

Η αντίδραση κυρίως των Άγγλων οπαδών, παλαίμαχων παικτών και προπονητών, αλλά και πολιτικών, μέσα σε 48 ώρες έφερε την κατάρρευσή της. Το μοντέλο που προβλήθηκε ήταν όπως περίπου η λειτουργία του ΝΒΑ αλλά και των υπολοίπων κλειστών επαγγελματικών λιγκών που λειτουργούν στις Ηνωμένες Πολιτείες. Το εγχείρημα των Αμερικανών είναι επιτυχημένο διότι απουσιάζει το ιστορικό δέσιμο των οπαδών με την ομάδα τους. Οι ρίζες του ποδοσφαίρου στην Ευρώπη είναι πολύ δυνατές με την τοπική κοινωνία που γέννησε, μεγάλωσε και εδραίωσε την ποδοσφαιρική της ομάδα από γενιά σε γενιά. Τούτο ήταν το μεγαλύτερο ανάχωμα για την απόπειρα των ποδοσφαιρικών κολοσσών στην Ευρώπη να δημιουργήσουν κλειστή λίγκα, αποκλείοντας ουσιαστικά τους υπόλοιπους με συνέπεια τον οικονομικό μαρασμό τους και πιθανό αφανισμό ιστορικών ομάδων.

Kράσπεδα της απληστίας

Για την ιστορική ακρίβεια, ιδιοκτήτες όπως τον Φλορεντίνο Πέρεθ της Ρεάλ Μαδρίτης και τον Αντρέα Ανιέλι της Γιουβέντους προσπαθούν εδώ και τουλάχιστον μια δεκαετία να δημιουργήσουν ένα παρόμοιο μοντέλο, όπως μας το εμφάνισαν στις 19 Απριλίου 2021.

Καταρχάς, πρόεδροι των ομάδων για πολλά χρόνια ήταν άνθρωποι της τοπικής κοινωνίας. Γεννήθηκαν ή δραστηριοποιούνταν επαγγελματικά στην περιοχή των συλλόγων. Αυτό συνέβαινε περίπου μέχρι τα τέλη της δεκαετίας του ’80. Έπειτα το ποδόσφαιρο άρχισε να γίνεται περισσότερο εμπορικό και λιγότερο κοινωνικό. Τα έσοδα ήταν κυρίως από τις εισπράξεις των αγώνων. Σήμερα το ποσοστό τους δεν ξεπερνά το 20% των συνολικών εσόδων. Την ίδια περίοδο εισέρχεται στο ποδόσφαιρο η τηλεόραση, η οποία αντιλαμβάνεται την προοπτική που υπάρχει προσφέροντας συμβόλαια σε ομάδες και ομοσπονδίες για την προβολή του σε εβδομαδιαία βάση.

Τα κέρδη των ομάδων αυξάνονται. Το ίδιο και της ΟΥΕΦΑ η οποία μέσω τηλεοπτικών δικαιωμάτων αυξάνει τα έσοδα της και αρχίζει να μοιράζει ολοένα και περισσότερο στις ομάδες που λαμβάνουν μέρος στις διοργανώσεις της. Το νέο τηλεοπτικό σκηνικό ωστόσο, δημιουργεί μεγαλύτερο ανταγωνισμό στους συλλόγους αλλά και προστριβές, αφού πλέον όλοι θέλουν να εξασφαλίσουν έσοδα από τη δεξαμενή τής ευρωπαϊκής ομοσπονδίας. Κάποιες στην προσπάθεια τους να εξασφαλίσουν συμμετοχή, και κάποιες που έχουν πάρει χρήματα από τη συμμετοχή τους στο νέο Τσάμπιονς Λιγκ προχωρούν σε νέες μεταγραφές, πέραν από τις δυνατότητες τους, με αποτέλεσμα αρκετές που απέτυχαν οδηγήθηκαν σε οικονομική κατάρρευση.

Από την άλλη, όμως, τα έσοδα της ΟΥΕΦΑ και –κυρίως– το άνοιγμα των μεταγραφών μετά την υπόθεση Μπόσμαν το 1995 έδωσε το δικαίωμα στις πλούσιες ομάδες τής ηπείρου να μπορούν να προσελκύουν τους κορυφαίους ποδοσφαιριστές.

Έτσι από τον καπιταλισμό του ελεύθερου ανταγωνισμού που υπήρχε στις ομάδες μέχρι εκείνη τη χρονική περίοδο, είχαμε περάσει στον ιμπεριαλιστικό καπιταλισμό διότι παρατηρούμε την συγκέντρωση του κεφαλαίου σε μεγάλες μονοπωλιακές επιχειρήσεις. Ένας σημαντικός λόγος επίσης, είναι και η είσοδος των ομάδων στα χρηματιστήρια των χωρών τους ή και άλλων χωρών, όπως η Μάντσεστερ Γιουνάιτεντ επέλεξε το χρηματιστήριο των Ηνωμένων Πολιτειών. Όλες τούτες οι ζυμώσεις έγιναν με την πτώση του πρώην Ανατολικού μπλοκ αρχές της δεκαετία του ’90. Από τότε και μέχρι σήμερα, ομάδες δηλαδή εδώ και σχεδόν 30 χρόνια, οι μοναδικές, πέραν των πέντε κορυφαίων πρωταθλημάτων της Ευρώπης, που κατέκτησαν το Τσάμπιονς Λιγκ, ήταν ο Άγιαξ (1996) και η Πόρτο (2004). Εδώ και 20 χρόνια καμιά ομάδα εκτός Αγγλίας, Ισπανίας, Γερμανίας, Ιταλίας και Γαλλίας δεν έχει φτάσει ποτέ σε τελικό Τσάμπιονς Λιγκ. Σήμερα, φαίνεται πως περνάμε στο επόμενο στάδιο του καπιταλισμού που ονομάζεται «ολοκληρωτικός καπιταλισμός» ή όπως διαφορετικά τον έχουν ονομάσει, νεοφιλελευθερισμό. Πατάμε στα κράσπεδα της απληστίας. Ψάχνουμε τρόπους για άντληση εσόδων χωρίς να σκεφτόμαστε τις συνέπειες του αθλήματος. Η παγκοσμιοποίηση δεν είναι πλέον τάση, αλλά απόλυτη ανάγκη για τους ιδιοκτήτες ομάδων.

Στόχος είναι να βγουν όλοι κερδισμένοι: και αυτοί που τα εισπράττουν (σύλλογοι και ποδοσφαιριστές) και αυτοί που τα επενδύουν (επιχειρήσεις, όμιλοι ή ολόκληρες χώρες). Πριν μερικά χρόνια το Tax Justice Network σε συνεργασία με την αγγλική εφημερίδα «Guardian» προχώρησαν σε έρευνα κατά την οποία διαφάνηκε ότι εννέα σύλλογοι της Πρέμιερ Λιγκ είχαν το μεγαλύτερο μέρος των μετοχών τους σε φορολογικούς παραδείσους όπως τα Νησιά Κέιμαν, οι Βερμούδες και η Πολιτεία Ντελαγουέρ των Ηνωμένων Πολιτειών.

Η επιρροή των χορηγών

Σημαντικό ρόλο στις αποφάσεις των ομάδων έχουν επίσης και οι χορηγοί από ξένες χώρες που επενδύουν κυρίως στα μεγάλα πρωταθλήματα της Ευρώπης. Από τις χαρακτηριστικότερες περιπτώσεις ήταν το κράτος του Αζερμπαϊτζάν που είχε επενδύσει εκατομμύρια ευρώ στην Ατλέτικο Μαδρίτης. Οι διαφημιστικές πινακίδες γύρω από τον αγωνιστικό χώρο του «Βιθέντε Καλδερόν» τα προηγούμενα χρόνια και το Μετροπόλιτανο τα τελευταία χρόνια έφεραν τη σφραγίδα του Αζερμπαϊτζάν. Αρκετές επιχειρήσεις από ασιατικές χώρες διαφημίζονται σε φανέλες των κορυφαίων κλαμπ της Ευρώπης, δαπανώντας περίπου 200 εκατομμύρια δολάρια τον χρόνο.

Ειδικότερα, στην Πριμέρα Ντιβισιόν τα λεφτά από τις χορηγίες ξένων εταιρειών στις φανέλες των ομάδων ξεπερνούν το 85%. Σχετική έρευνα πριν μερικά χρόνια έδειξε ότι τα περισσότερα χρήματα για χορηγίες στις φανέλες προέρχονται από εταιρείες των Ηνωμένων Αραβικών Εμιράτων και ακολουθούσαν οι γερμανικές εταιρείες και στην 3η θέση βρίσκονταν οι αμερικανικές. Η δυναμική είσοδος συγκεκριμένων ασιατικών εταιρειών στο ευρωπαϊκό ποδόσφαιρο έχει δυσκολέψει πάρα πολύ τους Ευρωπαίους επιχειρηματίες αλλά και εταιρείες να τις ανταγωνιστούν και να διαφημιστούν, ειδικά μετά και την παγκόσμια οικονομική κρίση.

Οι μισθοί στην Κύπρο

Ένα από τα σοβαρότερα προβλήματα που αντιμετωπίζουν οι ομάδες και δυσχεραίνει τις προσπάθειές τους να έχουν κέρδος, είναι οι μισθοί των ποδοσφαιριστών. Τα τελευταία χρόνια οι μισθοί και κυρίως οι μεταγραφές ποδοσφαιριστών έχουν εκτοξευθεί σε δυσθεώρητα ύψη. Οι οπαδοί πολλές φορές ζητάνε επίμονα μεταγραφές παγκοσμίου κλάσης και τούτο δημιουργεί αφόρητη πίεση στις διοικήσεις. Ως εκ τούτου, δημιουργείται πρόσφορο έδαφος για να έρθουν ξένα κεφάλαια στις θέσεις τους. Πριν μερικά χρόνια έρευνα της Deloitte σημείωνε ότι ο μισθός των ποδοσφαιριστών στα κυριότερα πρωταθλήματα ανερχόταν σχεδόν στο 60%. Αυτό καθιστά δύσκολη την επίτευξη κέρδους στο ποδόσφαιρο.

Έρευνα του Πανεπιστημίου του Μάντσεστερ τον Σεπτέμβριο του 2020 σε συνεργασία με την Παγκόσμια Ένωση Επαγγελματιών Ποδοσφαιριστών (FIFPRO) φωτίζει το σκηνικό λίγο καλύτερα όσοn αφορά τη σύγκριση με τους μισθωτούς υπαλλήλους. Η έρευνα αφορούσε 87 πρωταθλήματα από 54 χώρες σε όλο τον κόσμο –ανάμεσά τους και η Κύπρος– και έλαβαν μέρος 13.876 ποδοσφαιριστές. Τα πορίσματά της ήταν εντυπωσιακά, καθώς διαφάνηκε πως το 98% των ποδοσφαιριστών κερδίζουν λιγότερα από 934 ευρώ τον μήνα.

Η Vouchercloud, μια επιχείρηση κωδικών έκπτωσης, ανέλυσε τους αριθμούς επιβεβαιώνοντας ότι «η οικονομία του ποδοσφαίρου έχει ξεπεράσει τη γενική οικονομία στον κόσμο». Οι μέσοι μισθοί των ποδοσφαιριστών συγκρίθηκαν με τους μέσους μισθούς των πολιτών σε 61 χώρες. Στοιχεία για τους εθνικούς μισθούς ελήφθησαν από την παγκόσμια τράπεζα και για τους μισθούς των ποδοσφαιριστών από την παγκόσμια έρευνα αμοιβών 2018 (Global Sports Salaries 2018), η οποία καταρτίστηκε από την Sporting Intelligence.

Στην Κύπρο, σύμφωνα με τα στοιχεία, ο μέσος όρος του ετήσιου μισθού των ποδοσφαιριστών είναι λίγο πάνω από το τριπλάσιο, για την ακρίβεια 3,23, από εκείνο των πολιτών. Ο μέσος μισθός ενός ποδοσφαιριστή που αγωνίζεται στο κυπριακό πρωτάθλημα Α΄ κατηγορίας κερδίζει 69.344 δολάρια (σύμφωνα με την Global Sports Salaries) ενώ ο μέσος πολίτης 21.477 δολάρια (σύμφωνα με την παγκόσμια τράπεζα το 2017). Ο Κύπριος πολίτης χρειάζεται τέσσερεις μήνες, μία ημέρα, πέντε ώρες και 17 λεπτά για να φτάσει το μηνιάτικο ενός ποδοσφαιριστή Α΄ κατηγορίας. Και ο λόγος που ακόμη το χάσμα είναι μικρό είναι διότι ένα αρκετά μεγάλο ποσοστό αμείβεται με λιγότερα από 934 ευρώ. Όλα τούτα χωρίς να συνυπολογίζουμε τις πιέσεις που δέχθηκαν οι πολίτες λόγω της πανδημίας.

ΣΧΕΤΙΚΑ TAGS
ΣΧΟΛΙΑΣΤΕ

Άλλα άρθρα συγγραφέα

Του Πανίκου Κωνσταντίνου

Κύπρος: Τελευταία Ενημέρωση