ΚΛΕΙΣΙΜΟ
Loading...
 

Ελλάδα: «Παράδοξο της φωτιάς» και παγίδες

Η συνάρτηση της καταστολής με την πρόληψη, οι διαχειριστικές αδυναμίες και οι μεγάλες πυρκαγιές που καίνε ανεξέλεγκτα για ημέρες

Kathimerini.gr

Παύλος Παπαδόπουλος 

Αποκαλείται το «παράδοξο της φωτιάς»: Ο μηχανισμός καταστολής μπορεί να ενισχύεται με περισσότερα μέσα, να προλαβαίνει αρκετές πυρκαγιές στα πρώτα στάδια προτού αυτές εξαπλωθούν, αλλά όσο επιτρέπεται η συσσώρευση καύσιμης ύλης στα δάση, οι φλόγες που ξεφεύγουν θα αναχαιτίζονται και πιο δύσκολα και μεγάλες φωτιές μπορεί να καίνε ανεξέλεγκτα για ημέρες.

«Ανεβάζουμε τις δυνάμεις, σβήνουμε ένα επίπεδο πυρκαγιών, αλλά χωρίς διαχείριση των δασών χτίζουμε βιομάζα για να είναι πιο εκρηκτική η κατάσταση την επόμενη στιγμή. Μπορεί μια φωτιά να ξεφύγει, να ξεκινήσει νύχτα, να εξελιχθεί σε μεγαπυρκαγιά και να συμπέσει με άλλες χρονικά. Και 150 πυροσβεστικά αεροπλάνα να έχουμε, μπορεί να μη φτάνουν. Αυτό λέμε στην επιστήμη μας “παράδοξο της φωτιάς”», εξηγεί στην «Κ» ο Γαβριήλ Ξανθόπουλος, ερευνητής στο Ινστιτούτο Μεσογειακών Δασικών Οικοσυστημάτων και ειδικός σε θέματα πυρκαγιών.

Η συζήτηση δεν είναι καινούργια. Το ίδιο θέμα, σχετικά με την καταστολή και την πρόληψη, έχει προκύψει και έχει αναδειχτεί στο παρελθόν, πιο πρόσφατα μετά τις καταστροφικές πυρκαγιές του 2021 στην Εύβοια και στην Αττική. Στη φετινή αντιπυρική περίοδο η Ελλάδα διαθέτει τα περισσότερα εναέρια μέσα από κάθε άλλη χρονιά, 89 συνολικά (εκ των οποίων τα 49 μισθωμένα), ενώ πέρυσι διέθετε 83 και το 2021 είχε 76. Φέτος αυξήθηκε και ο στόλος των πυροσβεστικών οχημάτων. Από τα 1.969 υδροφόρα πέρυσι, φτάσαμε στα 2.079. Στους αριθμούς δεν υπολογίζεται η συνδρομή δυνάμεων από το εξωτερικό.

Με τη βοήθεια του ανέμου, ειδικά κατά την πρώτη ημέρα εκδήλωσής τους, καθώς και του κύματος καύσωνα που έχει προηγηθεί, οι πρώτες μεγάλες φωτιές του καλοκαιριού ξέφυγαν σε παράλληλα μέτωπα καταστρέφοντας δάση και κατοικίες. Σύμφωνα με εκτίμηση του Ευρωπαϊκού Παρατηρητηρίου Δασικών Πυρκαγιών, οι φωτιές που ξεκίνησαν τη 17η Ιουλίου στα Δερβενοχώρια, στον Νέο Κουβαρά και στο Λουτράκι έκαψαν συνολικά πάνω από 160.000 στρέμματα.

Στη Ρόδο, καθώς η πυρκαγιά που ξέσπασε στις 18 Ιουλίου δεν είχε περιοριστεί, ξέφυγε από κάθε έλεγχο στις 22 Ιουλίου, την πέμπτη ημέρα, προκαλώντας μεγάλη οικολογική καταστροφή στο νησί και οδηγώντας σε διαδοχικές εκκενώσεις χιλιάδων πολιτών από οικισμούς και ξενοδοχεία δια στεριάς και θαλάσσης. Οι εικόνες στη Ρόδο θύμισαν όσα είχαν συμβεί μόλις δύο χρόνια νωρίτερα στην Εύβοια, με τις φλόγες να διατρέχουν το νησί.

«Οι συνθήκες είναι δύσκολες, πρέπει να το αναγνωρίσουμε. Οπως και ότι έχουν ξεκινήσει πολλές φωτιές που τις πρόλαβαν», λέει ο κ. Ξανθόπουλος. «Δεν συνέβη όμως κάτι διαφορετικό από ό,τι έχει γίνει τα προηγούμενα χρόνια σε δύσκολες φωτιές», προσθέτει, επισημαίνοντας ότι προκύπτουν δυσκολίες στην ταυτόχρονη αντιμετώπιση πολλαπλών μεγάλων πυρκαγιών. Πρώην πυροσβέστης που κατείχε επιτελική θέση προτού αποστρατευτεί, λέει στην «Κ» ότι «εμπειρικά είναι δύσκολο να αντιμετωπιστούν δύο παράλληλες μεγάλες φωτιές στην Αττική».

Η αντιμετώπιση περιπλέκεται όταν αυτές εκδηλώνονται σε περιαστικό δάσος, όπου υπάρχουν και οικισμοί. «Εκεί γίνεται ανταρτοπόλεμος. Θα σώσεις το σπίτι ή θα σταματήσεις τη φωτιά; Η φωτιά προχωράει, κάνει το έργο της», λέει ο πρώην αξιωματικός της Πυροσβεστικής.

Στον Νέο Κουβαρά

Ενδεικτικό παράδειγμα είναι η φωτιά στον Νέο Κουβαρά. Σύμφωνα με παράγοντες της τοπικής αυτοδιοίκησης που μίλησαν στην «Κ», η πυρκαγιά φέρεται να ξεκίνησε από διαχωριστική νησίδα στον δρόμο και ο άνεμος την έστρεψε πρώτα προς τον λόφο Χελώνι και από εκεί στο Πάνειο όρος. Μέσα σε δύο ώρες, όπως ανέφεραν από την Πυροσβεστική, η φωτιά είχε ήδη καλύψει 12 χιλιόμετρα. «Πώς φεύγει το στρώμα στη θάλασσα όταν έχει βοριά και είναι δύσκολο να το κυνηγήσεις; Ετσι γίνεται και με την πυρκαγιά όταν διαδίδεται με τις κηλιδώσεις», λέει πυροσβέστης.

Ο δήμαρχος Λαυρεωτικής, Δημήτρης Λουκάς, ανέφερε στην «Κ» ότι τα εναέρια άργησαν να προσεγγίσουν και η φωτιά ανεμπόδιστη έφυγε όπου την οδηγούσε ο άνεμος. Παρόμοιες αναφορές έκαναν και άλλοι εκπρόσωποι της τοπικής αυτοδιοίκησης, σε άλλες περιοχές, κατά την πρώτη ημέρα των παράλληλων μετώπων. Από την Πυροσβεστική αναφέρουν πως η φωτιά στον Νέο Κουβαρά δηλώθηκε στις 12.27 και ότι δόθηκε σήμα σε δύο έμφορτα με νερό αεροσκάφη Air Tractor που πραγματοποιούσαν πτήση επιτήρησης για να κάνουν τις πρώτες ρίψεις. Στις 13.38 απογειώθηκε το πρώτο ζευγάρι Canadair CL-415 από την Ελευσίνα και ακολούθησαν διαδοχικές απογειώσεις και άλλων πτητικών μέσων.

Η φωτιά στα Δερβενοχώρια τη δεύτερη ημέρα, στις 18 Ιουλίου. Φωτ. ΑΠΕ/ ΚΩΣΤΑΣ ΤΣΙΡΩΝΗΣ

Αλλες δύο μεγάλες φωτιές ξέσπασαν σε Καπαρέλλι Βοιωτίας και Λουτράκι μεταξύ 14.12 και 14.38, ακολούθησαν στις 17.08 τα Δερβενοχώρια. Τις πρώτες ώρες το μεγαλύτερο βάρος των επίγειων δυνάμεων έπεσε στην ευρύτερη περιοχή της Σαρωνίδας, όπως φαίνεται και από την κλιμάκωση της κατανομής πυροσβεστών και οχημάτων. Στις 18 Ιουλίου περισσότερες δυνάμεις διοχετεύτηκαν στη φωτιά των Δερβενοχωρίων, η οποία πλέον κατευθυνόταν προς οικισμούς της Μάνδρας.

Δύο εν ενεργεία υψηλόβαθμοι αξιωματικοί της Πυροσβεστικής αναφέρουν ότι τα εναέρια μέσα, πέραν των περιορισμών που μπορεί να έχουν λόγω ορατότητας από τους καπνούς, δεν μπορούν πάντα να είναι αποτελεσματικά. «Οταν η πυρκαγιά είχε ήδη γίνει μεγάλης έντασης, με φλόγες που έφταναν το ύψος οκταώροφης πολυκατοικίας, δεν μπορούσαν να κάνουν πολλά τα εναέρια για να την αντιμετωπίσουν», παρατηρεί ένας εξ αυτών.

«Η φωτιά στην Ανατολική Αττική αποδείχτηκε δύσκολη στον έλεγχο γιατί ήταν σε περιοχή με σπίτια», λέει ο κ. Ξανθόπουλος. «Στα Δερβενοχώρια ήταν πολύ πιο δύσκολη λόγω βλάστησης. Πρέπει να ενισχύσουμε τη Δασική Υπηρεσία για να έχει ρόλο στη διαχείριση του δάσους». Μέρος του πευκοδάσους των Δερβενοχωρίων είχε καεί και το 2016 και μετά αναγεννήθηκε φυσικά, χωρίς να υπάρξει σύμφωνα με δασολόγους απομάκρυνση της συσσωρευμένης καύσιμης ύλης. Πυροσβέστες λένε ότι το δάσος ήταν συμπαγές και αδιάβατο. «Εχουν εγκαταλειφθεί δασικές δραστηριότητες, αυξάνεται η καύσιμη ύλη και αυτό σημαίνει πυρκαγιές μεγαλύτερης έκτασης και έντασης», λέει εν ενεργεία αξιωματικός.

Στο κομμάτι της πρόληψης έχουν προβλεφθεί έργα αντιπυρικής προστασίας μέσω του προγράμματος Antinero (το 2022 χρηματοδοτήθηκαν με 50 εκατ. ευρώ από το Ταμείο Ανάκαμψης και 22 εκατ. ευρώ από εθνικούς πόρους) και φορέα υλοποίησης των διαγωνιστικών διαδικασιών το ΤΑΙΠΕΔ. Ωστόσο ένα ζητούμενο είναι το πότε ξεκινούν και πότε ολοκληρώνονται αυτές οι εργασίες. Οπως φαίνεται από ανάρτηση στη Διαύγεια, στις 21 Ιουλίου εγκρίθηκε τεχνική έκθεση για εργασίες σε αντιπυρικές ζώνες κατά μήκος δασικών δρόμων στην περιοχή των Βιλίων του Δήμου Μάνδρας- Ειδυλλίας, ύψους 600.000 ευρώ. Η αντιπυρική περίοδος, όμως, άρχισε τον Μάιο.

Ο κ. Ξανθόπουλος διευκρινίζει ότι δεν τίθεται θέμα επιλογής ανάμεσα σε πρόληψη ή καταστολή. «Δεν είναι ο ένας μηχανισμός έναντι του άλλου, κανείς δεν περισσεύει», λέει. «Ολοι πρέπει να συντονιστούν και να δουλέψουν από κοινού».

ΣΧΕΤΙΚΑ TAGS
ΣΧΟΛΙΑΣΤΕ

Άλλα άρθρα συγγραφέα

Kathimerini.gr

Ελλάδα: Τελευταία Ενημέρωση