ΚΛΕΙΣΙΜΟ
Loading...
 
Τελευταία Ενημέρωση: 00:27
Kλασικά και αγαπημένα Jazz, blues, swing, easy listening τραγούδια επιλεγμένα από την «Κ».
ΦΑΡΜΑΚΕΙΑ
Ταξίδια

Ιστορίες της Κοπεγχάγης

Newsroom Κ, Αθήνα

Η συγγραφέας Αμάντα Μιχαλοπούλου συναντά τις παιδικές της αναμνήσεις σε μινιμαλιστικά καφέ, νεωτερικά μουσεία και κομψές μπουτίκ

Η συγγραφέας Αμάντα Μιχαλοπούλου συναντά τις παιδικές της αναμνήσεις σε μινιμαλιστικά καφέ, νεωτερικά μουσεία και κομψές μπουτίκ.

Πρωτογνώρισα την Κοπεγχάγη μέσω της λογοτεχνίας. Στο μυθιστόρημα «Η δεσποινίς Σμίλα διαβάζει το χιόνι» του Πέτερ Χόε συνάντησα μία από τις καθηλωτικές και οικείες ηρωίδες της βορειοευρωπαϊκής λoγοτεχνίας, που σου ψιθυρίζουν σαν να κάθεστε στο παλιομοδίτικο Paludan Bogcafé. Έχει κόσμο τριγύρω κι εσείς τρώτε danish cookies και μιλάτε για τον καιρό λες και πρόκειται για ψυχικό φαινόμενο: «Δεν τον παίρνω αψήφιστα τον δανέζικο χειμώνα», λέει η δεσποινίς Σμίλα. «Το κρύο –όχι αυτό που μετριέται με το θερμόμετρο, αλλά αυτό που νιώθεις– εξαρτάται περισσότερο από την ένταση του ανέμου και την υγρασία του αέρα παρά από τη θερμοκρασία. Όταν οι πρώτες γλιτσερές βροχές με χαστουκίζουν με μια βρεγμένη πετσέτα, τις αντιμετωπίζω φορώντας κουκούλες με γούνινη φόδρα».


Βόλτα στο Kongens Have, πριν από τα εγκαίνια του Ελληνικού Ινστιτούτου Δανίας: Λένα Κιτσοπούλου, Τρίνε Βίλερτ, Αμάντα Μιχαλοπούλου και Πέτρος Μάρκαρης. (ΦΩΤΟΓΡΑΦΙΑ: ΔΗΜΗΤΡΗΣ ΤΣΟΥΜΠΛΕΚΑΣ)

Και να που, τόσα χρόνια μετά την ανάγνωση αυτού του αστυνομικού –και βαθιά υπαρξιακού– μυθιστορήματος, βρέθηκα στην καρδιά του δανέζικου χειμώνα που συνεχίζεται την άνοιξη, και χαστουκίστηκα κι εγώ ξανά και ξανά από τη βρεγμένη πετσέτα της βροχής. Περιτριγυρισμένη από Σμίλες νεαρές με πουπουλένια μπουφάν, που λες και βγήκαν από την τελευταία δανέζικη συλλογή Saks Potts, και άλλες Σμίλες μεγαλύτερες, κομψές πάντα, αινιγματικές, με τη χαρακτηριστική οστεώδη κατατομή α λα Κάρεν Μπλίξεν, κατάλαβα τι εννοούσε ο Πέτερ Χόε: το κρύο είναι σύμβολο σθένους. Κι όταν δεν είσαι ηρωίδα μυθιστορήματος αγωνίας που τρέχει για να προλάβει τις εξελίξεις, μπορείς να περάσεις τη μέρα στα υπέροχα δανέζικα καφέ. Να, σαν το μαξιμαλιστικό Paludan, που είναι γεμάτο από πάνω έως κάτω με αντίκες και παλιά, σπάνια βιβλία, ή σαν το μινιμαλιστικό Atelier September με τα υπέροχα πρωινά – τοστ με αβοκάντο, αυγά, γλυκά σπιτικά και τσάι μάτσα, που παρασκευάζεται με το παραδοσιακό ξύλινο αναδευτήρι Ιαπωνίας.

ΖΗΤΗΜΑΤΑ ΚΟΥΛΤΟΥΡΑΣ

Για όσους ήταν παιδιά στη δεκαετία του 1970 η Κοπεγχάγη είναι έκρηξη αναμνήσεων. Δεν ξέρω πώς μας προέκυψε τόση Σκανδιναβία στην Ελλάδα εκείνα τα χρόνια: τα λαμπατέρ από ξύλο τικ, η φορμάικα, τα ξύλινα σκαμπό, τα φωτιστικά της εταιρείας Poulsen, σχεδιασμένα σαν γρίλιες από τις οποίες περνάει ζεστό, κίτρινο φως, σε ξαναγυρίζουν στην οικογενειακή τραπεζαρία με τις δερμάτινες καρέκλες και το οβάλ τραπέζι. Στο Μουσείο Ντιζάιν χάνεσαι εύκολα σε λαβύρινθους αναμνήσεων, χαϊδεύοντας με το βλέμμα τη ράχη μιας πολυθρόνας ή το σχήμα μιας αλατοπιπεριέρας. Νομίζεις ότι θα εμφανιστεί ξαφνικά ο πατέρας σου, μεσήλικας, με μια εφημερίδα στο χέρι και τα χαρακτηριστικά κοκάλινα σκανδιναβικά γυαλιά που φορούσε τότε.


Στο Μουσείο Ντιζάιν: το δωμάτιο με τις δανέζικες καρέκλες και την εξέλιξή τους μέσα στον χρόνο. (ΦΩΤΟΓΡΑΦΙΑ: ΔΗΜΗΤΡΗΣ ΤΣΟΥΜΠΛΕΚΑΣ)

Στο Μουσείο Ντιζάιν, η φυσικότητα της σχέσης των Δανών με το ντιζάιν φαίνεται ακόμη και στην παράταξη των αντικειμένων. Μοιάζει με οπτικό ανέκδοτο, επειδή ο λαός που ανανέωσε τον σχεδιασμό επίπλων αντιμετωπίζει τον μουσειακό χώρο περίπου σαν αποθήκη. Είναι τόσο αχανής η συλλογή, τόσο απροσμέτρητος ο νεωτερισμός, ώστε οι πρώτες αίθουσες του μουσείου θυμίζουν σπίτι υπό μετακόμιση με αντικείμενα ατάκτως ερριμμένα: σαν να σου λένε «έχουμε τόσο πολλά, ειλικρινά δεν ξέρουμε πού να τα βάλουμε». Εκτός από την αίθουσα με τις δανέζικες πολυθρόνες: εκεί όλα είναι σχεδιασμένα στην εντέλεια. Κρυφός φωτισμός ενεργοποιείται κάθε φορά που περνάς μπροστά από μια πολυθρόνα της χρυσής εποχής του σχεδιασμού (1920-1970). Ποιος είχε πει ότι είναι σχεδόν πιο δύσκολο να φτιάξεις έναν ουρανοξύστη από μια καρέκλα; Είχε δίκιο.

Μετά την επίσκεψη, ο άντρας μου κατέληξε στο συμπέρασμα ότι ο Θεός είναι ντιζάινερ. Ότι το καλοσχεδιασμένο αντικείμενο σε συμφιλιώνει με τον πραγματικό κόσμο. Μια πετούγια που δεν κολλάει, μια λάμπα που ελέγχει το φως, ένα μαχαίρι που κόβει, ένα τραπέζι που στηρίζει τον αγκώνα. Και είναι αλήθεια: δέκα φορές την ημέρα στην Αθήνα βρίζουμε κονσέρβες και πλαστικές συσκευασίες που δεν ανοίγουν.

Και πόσο αβροί είναι οι άνθρωποι! Η Trine Willert-Stauning, η ψυχή –και τα πόδια– του νεοσύστατου Ελληνικού Ινστιτούτου της Δανίας, μας προσκάλεσε για φαγητό στο Slotskaelderen hos Gitte Kik, ένα κουτούκι ιστορικό, με φωτογραφίες πολιτικών από τις αρχές του αιώνα κι έναν πάγκο-εκθετήριο όπου δείχνεις με το χέρι τι θέλεις να φας. Κοκκινιστή ρέγκα, χέλι με ομελέτα, γαρίδες και αυγοσαλάτα. Αλλά και η συγγραφέας Elisabeth Flensted Jensen μάς πήγε στο Tarnet, στην κορυφή του παλατιού Christiansborg, άλλως πως στο Κοινοβούλιο της Κοπεγχάγης. Μέτρα ασφαλείας στην είσοδο, αλλά αξίζει η μικρή αναμονή, καθώς εκεί ψηλά νιώθεις λίγο σαν Βίκινγκ, τρώγοντας νόστιμες ρέγκες από το νησί Μπόρνχολμ, καπνισμένες σε ξύλινα βαρέλια.


Μια πιο παραδοσιακή αντίληψη μεταφορικών μέσων. (ΦΩΤΟΓΡΑΦΙΑ: ΔΗΜΗΤΡΗΣ ΤΣΟΥΜΠΛΕΚΑΣ)

Μια άλλη φίλη συγγραφέας, η Mirjam Bastian, μας εξομολογήθηκε σε μια εκ βαθέων συζήτηση στο ξενοδοχείο Nimb ότι νεότερη ζούσε εκτός Δανίας και θεωρούσε τους Δανούς αγενείς. «Όλοι, από τον οδηγό του λεωφορείου έως την πωλήτρια, επικοινωνούσαν μαζί σου με αριθμούς, ούτε μία “καλημέρα”. Κι αυτό σε μια χώρα που έμοιαζε λιγότερο με χώρα και περισσότερο με μια μεγάλη οικογένεια. Σήμερα είμαι πιο συμφιλιωμένη. Η Δανία είναι ποίηση και νιάτα, και παιδιά που παίζουν στους δρόμους επίσης. Όλα είναι τόσο ωραία, τόσο σωστά. Αλλά από κάτω ένας γκρίζος ψίθυρος πάντα».

Κάπου διάβασα μετά το ταξίδι ότι, εκτός από το hygge, το διάσημο αυτό κίνημα σκανδιναβικής χαλάρωσης και άνεσης που σχετίζεται με πλεκτά πουλόβερ, κεριά, μαξιλάρια και τάρτες φρούτων (και που, σημειωτέον, το οικειοποιούνται δυστυχώς και οι εθνικιστές), υπάρχει και το skadefryd, η χαιρεκακία. Ειλικρινά, δεν την είδα πουθενά την εβδομάδα που περάσαμε στην Κοπεγχάγη.

ΣΤΑΣΕΙΣ ΚΑΙ ΟΡΟΣΗΜΑ

Στο Dahlman, έναν οίκο δερμάτινων που ιδρύθηκε το 1807, ο νέος ιδιοκτήτης, Jeppe Dencker, μας μίλησε σαν να ήμασταν παλιοί φίλοι και μας ξενάγησε στο εργαστήριό του με τις λωρίδες δέρματος και τη χαρακτηριστική μυρωδιά βυρσοδεψείου. «Η Ρόζα, η μοδίστρα μας, είναι Ελληνίδα», είπε χαϊδεύοντας τον σκύλο του, τον Μίστερ Μόκι. Και στο Αudrey Vintage, τον παράδεισο της Όντρεϊ Χέπμπορν, η Lone Khan έγερνε κάθε τόσο το κεφάλι και θυμόταν τις πρώτες ταινίες που έβλεπε στον κινηματογράφο με τη γιαγιά της. «Η γιαγιά μου και οι φίλες της ήταν υποχρεωμένες να φοράνε τακούνια και η Όντρεϊ τα αναποδογύρισε όλα με τα φλατ παπούτσια και τα παντελόνια, και τα κοντοκουρεμένα μαλλιά της». Η μπουτίκ είναι ένας ναός αφιερωμένος στη μνήμη της, με μαργαριτάρια και σκουλαρίκια αλά Όντρεϊ, αμάνικα φορέματα με φουρό, ροζ τσαγιέρες, λουλούδια και καπέλα φωτιστικών. «Τον χειμώνα φέρνω από το Παρίσι μαύρες απαστράπτουσες τουαλέτες.

Την άνοιξη όλα είναι ροζ, όλα ελαφραίνουν». Στις 16 Απριλίου, την ημέρα των γενεθλίων της βασίλισσας της Δανίας, άνοιξε στον ίδιο χώρο και μια μικρή τσαγερία για τέσσερις. «Θα σερβίρουμε ροζ σοκολάτα και ροζ κέικ».


Ο ιδιοκτήτης του Petitgas, Bernhard Tommerhup. (ΦΩΤΟΓΡΑΦΙΑ: ΔΗΜΗΤΡΗΣ ΤΣΟΥΜΠΛΕΚΑΣ)

Στο Petitgas, το καπελάδικο που ιδρύθηκε στις 23 Απριλίου του 1857, «14 μέρες μετά την ίδρυση του Μπορσαλίνο», ο περήφανος σημερινός ιδιοκτήτης, Bernhard Tommerhup, μας μίλησε για τα σπάνια καπέλα από κάστορα με το πάθος του συλλέκτη. Είχαμε την αίσθηση μιας Ευρώπης παλιάς, με έμφαση στην τελετουργία, στο κυνήγι και σε έναν ελεγχόμενο πρωτογονισμό.

Στον Στρογγυλό Πύργο της Κοπεγχάγης ανεβήκαμε από τη σπειροειδή ράμπα: σκαλιά δεν υπάρχουν, ο βασιλιάς ήθελε να ανεβαίνει ανενόχλητος με τα άλογά του και η πετρόχτιστη ράμπα μοιάζει με εννοιολογικό έργο τέχνης γύρω από τη θεματική της εξουσίας και της τεμπελιάς. Εμπνευσμένος από τα κάστρα της γερμανικής Αναγέννησης, θεμελιωμένος το 1637, ήταν το κέντρο της δανέζικης αστρονομίας επί αιώνες. Σε μια κρύπτη με γυάλινο πάτωμα, σε βάθος 25 μέτρων, βρίσκεται το γεωγραφικό σημείο μηδέν της Δανίας. Αν το καλοσκεφτεί κανείς, είναι πολύ ρομαντικό: εδώ έγινε η πρώτη σύλληψη και εξάπλωση του αστικού ιστού το 1760. Σπάνια βρίσκουμε στην Ευρώπη και στον κόσμο ολόκληρο την έμπνευση μιας πόλης με όρους γεωγραφίας.

Από την κορυφή του Στρογγυλού Πύργου είδαμε την Κοπεγχάγη από ψηλά. Όχι πολύ ψηλά βέβαια, 35 μέτρα όλα κι όλα, αλλά οι στενοί φιδωτοί δρόμοι δίνουν μια αίσθηση της αρχιτεκτονικής σύλληψης αυτού του λαβυρίνθου.


Η κυρία με το σκυλάκι – σε δανέζικη εκδοχή. (ΦΩΤΟΓΡΑΦΙΑ: ΔΗΜΗΤΡΗΣ ΤΣΟΥΜΠΛΕΚΑΣ)

Με τον καιρό δεν ήμασταν τυχεροί. Οι Δανέζες μάς εντυπωσίασαν με την αντοχή τους στο κρύο και την ικανότητά τους να παραμένουν ευθυτενείς στο αγιάζι, αλλά εμείς αναζητούσαμε πάντα το επόμενο καφέ. Σταματούσαμε πότε στον φούρνο Sankt Peders, έναν από τους παλιότερους της πόλης, που στεγάζεται σε ένα παλιό φαρμακείο, και πότε στο La Glace. Αχ, το La Glace! Ακολουθεί την παράδοση των παλιών ζαχαροπλαστείων της κεντρικής Ευρώπης, αν και θυμίζει λίγο και το Caffe Greco της Ρώμης με τα ξύλινα σεπαρέ. Μόνο που εδώ, αντί για άντρες, σερβίρουν γυναίκες με πράσινα φορέματα και ποδιές, γυναίκες που λες και βγήκαν από τη «Γιορτή της Μπαμπέτ». Kι αντί για ορτύκια και χελωνόσουπες, σου φέρνουν γενναιόδωρες μερίδες τούρτας με ονομασίες όπως «Κάρεν Μπλίξεν» ή «Χανς Κρίστιαν Άντερσεν». Μους με μύρτιλα, βάση από μακαρόν ή αμυγδαλόψιχα, διακοσμήσεις μπαρόκ με σου, κρέμα βουτύρου, καραμελωμένους κολοκυθόσπορους και πράσινες καρδούλες από μάρτσιπαν.


Άποψη από το Kunsthall Charlottenborg. (ΦΩΤΟΓΡΑΦΙΑ: ΔΗΜΗΤΡΗΣ ΤΣΟΥΜΠΛΕΚΑΣ)

Το κρύο μάς έστειλε στην Kunsthal Charlottenborg για τέχνη και στο Sur le chemin για ανδρικά ρούχα. Μια μικρή μπουτίκ με όλα τα βασικά της αντρικής γκαρνταρόμπας, από T-shirts και oxford shirts μέχρι σακάκια, παντελόνια και παλτά. Τα υφάσματα είναι ευρωπαϊκά, με την εξαίρεση κάποιων λιγοστών εισαγωγών από την Ιαπωνία, όταν ο σχεδιασμός του ρούχου απαιτεί κάποιο ιδιαίτερο, ευέλικτο υλικό. Ο νεαρός σχεδιαστής Kjetil Aas πιστεύει στη βιώσιμη μόδα και στη μικρή παραγωγή. Ονειρεύεται να φέρει στον χώρο της μόδας κάτι από τη φιλοσοφία του slow food. «Χρειαζόμαστε την επιστροφή στη βραδύτητα, την επιστροφή στο τοπίο της μόδας που αντίκριζαν οι προηγούμενες γενιές, πριν από την έλευση της fast fashion. Ένα παλτό που να το φοράς για δεκαετίες, ένα σακάκι καλά σχεδιασμένο που να στέκεται στο σώμα και να θες να το φοράς κάθε μέρα, και να είναι προέκταση του σώματος, να φθείρεται αργά».

Εμείς νιώθαμε τη φθορά στο δέρμα μας κυρίως – ξεράθηκε από τον αέρα. Κάπως έτσι ανακαλύψαμε το FRAMA, που στεγάζεται σε ένα παλιό φαρμακείο και φτιάχνει σαμπουάν και λοσιόν σώματος με απαράμιλλο δανέζικο σχεδιασμό. Δύο αρώματα του FRAMA είναι unisex και έχουν εννοιολογικό βάθος: το «1917» είναι ένα άρωμα που δημιουργήθηκε σε συνεργασία με την αίθουσα τέχνης Aarhus, η οποία και εγκαινιάστηκε την ίδια χρονιά. Για να καταλήξουν στο συγκεκριμένο άρωμα, ρώτησαν τους κατοίκους της πόλης ποιες είναι οι επικρατέστερες μυρωδιές στην Κοπεγχάγη. Στις απαντήσεις επικράτησε η μυρωδιά από τριαντάφυλλο, πασχαλιά και φύκια – πολύ ιδιαίτερο άρωμα.

Αυτή είναι η Κοπεγχάγη: φύκια και πασχαλιές, τριαντάφυλλα και βροχή, πορσελάνες και γαλότσες. Ένα αίνιγμα του Βορρά, άλυτο, και γι’ αυτό ακόμη πιο ενδιαφέρον.

ΣΧΕΤΙΚΑ TAGS
ΣΧΟΛΙΑΣΤΕ Συνδεθείτε

ΑΛΛΕΣ ΕΙΔΗΣΕΙΣ ΚΑΤΗΓΟΡΙΑΣ

ΑΛΛΕΣ ΚΑΤΗΓΟΡΙΕΣ