ΚΛΕΙΣΙΜΟ
Loading...
 
Τελευταία Ενημέρωση: 11:26
25°
Kλασικά και αγαπημένα Jazz, blues, swing, easy listening τραγούδια επιλεγμένα από την «Κ».
ΦΑΡΜΑΚΕΙΑ
Ταξίδια

Kοζάνη: Άλλη ατμόσφαιρα

Newsroom Κ, Αθήνα

Όσοι της αφιερώσουν ένα Σαββατοκύριακο θα ανακαλύψουν μια μικρή και ασφαλή πόλη, που εδώ και έναν χρόνο είναι «smoke-free»

ΑΛΕΞΑΝΔΡΑ ΤΖΑΒΕΛΛΑ

Τολμηρή αρχιτεκτονική και νέες αφίξεις αλλάζουν το προφίλ μιας πόλης που ξέρει να διαφυλάσσει τις παραδόσεις της.

«Τα μάθατε; Πήρε γαλάζια σημαία η παραλία του Αρίνταγα». Τα τελευταία ταξιδιωτικά νέα για την Κοζάνη αναμεταδίδονται με σοβαρότητα μεταξύ των θαμώνων ενός μικρού καφέ στην πλατεία. Ήμουν η μοναδική Αθηναία ανάμεσά τους και πιο πολύ μεταφραστή χρειαζόμουν παρά τους χάρτες της Google. Ανεβαίνοντας το ίδιο απόγευμα στον Άη Λια, το ψηλότερο σημείο της πόλης, βρέθηκα να αγναντεύω το άγονο ορεινό τοπίο που οι ντόπιοι αποκαλούν «παραλία Αρίνταγα» – δεν ήταν άλλη από τους γύρω λόφους και τα βουνά της βορειοδυτικής πλευράς.


Ηλιοβασίλεμα από τον Άη Λια, με θέα τον Αρίνταγα. (Φωτογραφία: ΠΕΡΙΚΛΗΣ ΜΕΡΑΚΟΣ)

Οι Κοζανίτες μπορεί να μην έχουν τουρισμό, αλλά έχουν χιούμορ. Ξέρουν να σπάνε τον πάγο με τους επισκέπτες, αν και, εκτός από την αποκριάτικη περίοδο, δεν συναντούν πολλούς. Στο μπρα-ντε-φερ του τουρισμού στον νομό κερδίζουν τα γύρω χωριά, όπως η Σιάτιστα και το Βελβεντό. Όσοι όμως της αφιερώσουν ένα Σαββατοκύριακο θα ανακαλύψουν μια μικρή και ασφαλή πόλη, που εδώ και έναν χρόνο είναι «smoke-free», με τον νόμο της απαγόρευσης του καπνίσματος να εφαρμόζεται αυστηρά. Παρά την υψηλή ανεργία μετά το κλείσιμο των εργοστασίων της ΔΕΗ, η Κοζάνη προσπαθεί να επανεφεύρει τον εαυτό της στη μεταλιγνιτική περίοδο, μέσα από το σύγχρονο θέατρο, την ισχυρή μουσική παράδοση, την ολοκαίνουργια Βιβλιοθήκη, τα μουσεία και το καλό φαγητό.

CHECK - IN ΜΕ ΤΕΧΝΗ ΚΑΙ ΜΟΥΣΕΙΑ 

Τι πρέπει να έχει μια πόλη, αν δεν έχει μουσεία; Ανθρώπους που τα οραματίζονται και τα δημιουργούν. Στην Κοζάνη αυτό συνέβη δύο φορές: η πρώτη ήταν το 1969, όταν ο Σύνδεσμος Γραμμάτων και Τεχνών ίδρυσε το Λαογραφικό Μουσείο, η δεύτερη τον Φεβρουάριο, όταν τα μέλη του Αρχείου Ιστορίας και Τέχνης μίσθωσαν ένα τριώροφο κτίριο στο κέντρο της πόλης και το μετέτρεψαν σε Μουσείο Σύγχρονης Τέχνης, το πρώτο στον νομό Κοζάνης. «Χρόνια ολόκληρα περίμενε το κοινό της περιοχής έναν χώρο αφιερωμένο στα σύγχρονα εικαστικά», λέει ο πρόεδρος του Μουσείου Τεχνών, Γιώργος Παπαθανασίου, καθώς περιηγούμαστε στην πρώτη μεγάλη έκθεση που φιλοξενεί, τα «Αρχέτυπα» του καταξιωμένου γλύπτη Θεόδωρου Παπαγιάννη. «Ονειρευτήκαμε ένα ζωντανό μουσείο που θα αναδεικνύει τη σύγχρονη εικαστική σκηνή, δίνοντας βήμα σε αναγνωρισμένους, αλλά και νέους καλλιτέχνες και φοιτητές από σχολές Καλών Τεχνών που ακόμα βρίσκονται στο στάδιο του πειραματισμού».


Επίσκεψη στο Λαογραφικό Μουσείο. (Φωτογραφία: ΠΕΡΙΚΛΗΣ ΜΕΡΑΚΟΣ)

Με το ίδιο πάθος εδώ και πενήντα χρόνια, ο Σύνδεσμος Γραμμάτων και Τεχνών Κοζάνης συντηρεί και εμπλουτίζει το Λαογραφικό Μουσείο. Το πέτρινο κτίριο, ύψους 19 μέτρων, στο οποίο στεγάζεται είναι αντιπροσωπευτικό δείγμα μακεδονίτικης αρχιτεκτονικής. «Όταν το χτίζαμε, είχα μόλις επιστρέψει ενθουσιασμένος από το Guggenheim – από εκεί πήραμε την ιδέα της κυκλικής περιήγησης. Ο επισκέπτης, όπου κι αν σταθεί, έχει πανοραμική θέα στους εκθεσιακούς χώρους των έξι ημιωρόφων», λέει ο πρόεδρος του μουσείου, Πολυνείκης Αγγέλης.

Η επίσκεψη στο μουσείο –στην πραγματικότητα είναι τρία μουσεία σε ένα, Ιστορικό, Λαογραφικό και Φυσικής Ιστορίας– είναι το καλύτερο πρώτο «check-in» στην πόλη. Τα 19.000 εκθέματά του είναι χωρισμένα σε θεματικές ενότητες και καλύπτουν την περίοδο από την Προϊστορική εποχή μέχρι τους νεότερους χρόνους. Ανάμεσά τους, χαυλιόδοντες και οστά πρωτελεφάντων που βρέθηκαν στη Δυτική Μακεδονία, εργαλεία της Νεολιθικής εποχής, μια μεγάλη συλλογή ταριχευμένων ζώων, αυθεντικοί κοζανίτικοι οντάδες του 19ου αιώνα. Στα highlights της επίσκεψης, το πλακόστρωτο δρομάκι που θυμίζει στενά σοκάκια άλλων εποχών και είναι γεμάτο μικρομάγαζα-αναπαραστάσεις παραδοσιακών επαγγελμάτων. Σου δίνει την αίσθηση ότι περπατάς στην παλιά Κοζάνη.

ΤΖΑΖ ΚΑΙ ΧΑΛΚΙΝΑ


Σέλφι των νεαρών μελών της Πανδώρας, πριν από τη συναυλία. (Φωτογραφία: ΠΕΡΙΚΛΗΣ ΜΕΡΑΚΟΣ)

Απόγευμα στην οδό Κοβεντάρων, το «στενάκι», όπως το αποκαλούν οι κάτοικοι. Έξω από το κτίριο της δημοτικής φιλαρμονικής Πανδώρα, οι μουσικοί της μπαντίνας κάνουν διάλειμμα από τις πρόβες. «Μήπως ξέρετε κάποιον Χέρμπερτ φον Κάραγιαν;» «Φυσικά!  Ήταν ένας μεγάλος μαέστρος Κοζανίτης». Η σχέση της πόλης με τη μουσική δεν περιορίζεται βέβαια στις ελληνικές ρίζες του διεθνούς φήμης μαέστρου (ήταν απόγονος του Γεωργίου Καραγιάννη, μετανάστη από την Κοζάνη που εγκαταστάθηκε στην Αυστρία το 1767). Τρανταχτή απόδειξη, τα τέσσερα ωδεία, με συνολικά πάνω από 1.000 μαθητές, και οι συναυλίες της ιστορικής φιλαρμονικής Πανδώρα, που είναι από τις μακροβιότερες στην Ελλάδα και έχει διακριθεί παγκοσμίως – πιο πρόσφατα, στο Φεστιβάλ Διεθνών Φιλαρμονικών στην Πολωνία, όπου απέσπασε το πρώτο βραβείο. Στον επισκέπτη της Κοζάνης η αγάπη των ντόπιων για τη μουσική φτάνει άλλοτε μέσα από live τζαζ –η πόλη διοργανώνει το δικό της φεστιβάλ κάθε καλοκαίρι– κι άλλοτε μέσα από τα χάλκινα, χωρίς τα οποία δεν νοείται γλέντι ή γιορτή. «Στην Κοζάνη η παραδοσιακή μουσική δεν είναι γραφικό άκουσμα, αλλά συνεκτικός κρίκος κάθε οικογένειας. Δίνει αφορμή στα παιδιά που ζουν σε άλλες πόλεις να επιστρέψουν, για να συμμετάσχουν μαζί με τους γονείς σε μια συναυλία της Πανδώρας», λέει ο μαέστρος της φιλαρμονικής, Νίκος Χρυσοχόου. Η τζαζ είναι επίσης μέρος του ρεπερτορίου. Άλλωστε το 1934 γεννήθηκε στην Πανδώρα ένα από τα πρώτα τζαζ σύνολα στην Ελλάδα. Κι ενώ ο «εθνικός ύμνος» της πόλης, η παραδοσιακή μελωδία «Έντεκα», είναι το soundtrack της παραμονής σας στην Κοζάνη, συχνά θα μπλέκεται με συγχορδίες από τζαζ Νέας Ορλεάνης.

ΝΕΑ ΠΝΟΗ ΣΤΗΝ ΑΡΧΙΤΕΚΤΟΝΙΚΗ

Από τα πρώτα λεπτά της άφιξης, είναι εμφανές ότι η πόλη της Koζάνης δεν εξαιρέθηκε από την παθογένεια της άσχημης νεοελληνικής πολυκατοικίας. Ελάχιστα από τα αρχοντικά μακεδονίτικης αρχιτεκτονικής που συνέθεταν τον χαρακτήρα της μέχρι τον 19ο αιώνα γλίτωσαν από την τσιμεντοποίηση. Δύο από αυτά, τα αρχοντικά Βούρκα (1748) και Λασσάνη, είναι καλοσυντηρημένα και επισκέψιμα. Ωστόσο, έχουν ολοκληρωθεί δύο μεγάλα και τολμηρά έργα σύγχρονης αρχιτεκτονικής, που έχουν αναζωογονήσει το αστικό τοπίο. Πρόκειται για την κεντρική πλατεία Νίκης, η οποία μετά τη ριζική ανάπλασή της (ολοκληρώθηκε το 2016 από το αρχιτεκτονικό γραφείο 406 architects) απέσπασε το πρώτο βραβείο της Πανελλήνιας  Ένωσης Αρχιτεκτόνων στην κατηγορία των δημόσιων χώρων, και για το πιο πρόσφατο απόκτημα, το φουτουριστικό κτίριο της Κοβενταρείου Βιβλιοθήκης. Στη νέα εποχή της περιλαμβάνει αναγνωστήριο, τμήμα δανεισμού, αίθουσες παλαιτύπων και αρχείων, παιδική βιβλιοθήκη, αμφιθέατρο, χώρους εργαστηρίων και αναψυχής και ένα μουσείο –το πρώτο που αποκτά ελληνική βιβλιοθήκη–, το οποίο θα ανοίξει σε λίγους μήνες.


Το αρχοντικό Βούρκα θυμίζει πώς ήταν η πόλη στο παρελθόν. (Φωτογραφία: ΠΕΡΙΚΛΗΣ ΜΕΡΑΚΟΣ)

Αντικρίζοντας το εντυπωσιακό έργο της αρχιτεκτονικής ομάδας των  Έντι Κάστρο και Πάνου Τζώνου, ο επισκέπτης θα αναρωτηθεί για τον λόγο ύπαρξής του σε μια μικρή πόλη. Η εξήγηση έρχεται μέσα από την ίδια την ιστορία της Βιβλιοθήκης, αλλά και την «κρυφή» της πλευρά, με τους θησαυρούς στο υπόγειο. Ξεκίνησε ως σχολική βιβλιοθήκη τον 17ο αιώνα –η πρώτη δανειστική στην Ελλάδα–, συστάθηκε από δωρεές και διασώθηκε από τις λεηλασίες των Γερμανών την περίοδο της Κατοχής χάρη σε έναν δημοτικό φύλακα, τον Νικόλαο Δελιαλή.

Σήμερα φυλάσσονται εδώ 120.000 χειρόγραφα, βιβλία και κειμήλια του 15ου αιώνα, ανάμεσα στα οποία η Χάρτα του Ρήγα σε εκτύπωση 1796-97, ο Παγκόσμιος Χάρτης του Άνθιμου Γαζή και παλιές εκδόσεις από κωμωδίες του Αριστοφάνη. «Η υπεραξία των βιβλίων είναι οι αφιερώσεις που είναι γραμμένες σε αυτά», σημειώνει ο πρόεδρος της βιβλιοθήκης, Παναγιώτης Δημόπουλος (ο οποίος, λόγω έλλειψης προσωπικού, την ανοίγει μόνος τα Σαββατοκύριακα). Το όραμά του είναι «σταδιακά η Βιβλιοθήκη να αποτελέσει την αιχμή του δόρατος στην ευρύτερη περιοχή των Βαλκανίων και να εξελιχθεί στη Βόρεια Εθνική Βιβλιοθήκη της Ελλάδας».


Η ολοκαίνουργια Κοβεντάρειος Βιβλιοθήκη και το υπόγειο με τους θησαυρούς της. (Φωτογραφία: ΠΕΡΙΚΛΗΣ ΜΕΡΑΚΟΣ)

Άλλος λόγος για τον οποίο η Κοζάνη μπορεί πλέον να υπερηφανεύεται είναι το θέατρό της. Η ανακαίνιση του ΔΗΠΕΘΕ Κοζάνης, που ολοκληρώθηκε τον περασμένο Σεπτέμβριο, του έδωσε νέα πνοή, καθώς απέκτησε σύγχρονο φουαγέ, ολοκαίνουργιες ταπετσαρίες, παρασκήνια, κουίντες, μια γέφυρα 25 μέτρων που εξασφαλίζει ακρίβεια στους φωτισμούς και εξοπλίστηκε με τελευταίας τεχνολογίας κυκλόραμα, αλλά και Εναλλακτική Σκηνή. «Η ανακαίνιση άνοιξε την πόρτα σε παραγωγές που στα 21 χρόνια λειτουργίας του θεάτρου ήταν απαγορευτικές, όπως η συμπαραγωγή του ΔΗΠΕΘΕ Κοζάνης με το Εθνικό Θέατρο της Κροατίας – ήταν η πρώτη φορά που ΔΗΠΕΘΕ συνεργάστηκε με εθνικό θέατρο. Υπάρχει θεατρόφιλο κοινό στην Κοζάνη και ο στόχος είναι να διπλασιαστεί», λέει ο καλλιτεχνικός διευθυντής του ΔΗΠΕΘΕ, Λευτέρης Γιοβανίδης.

ΚΡΟΚΟΣ ΣΤΟ ΠΙΑΤΟ

Το συσκευαστήριο κρόκου είναι ένα δωμάτιο ερμητικά κλειστό, όμως η μυρωδιά του, «ωραία σαν του μύρου, βαριά, σκοτεινή και πυκνή», όπως την περιέγραφε ο αρχαίος  Έλληνας γιατρός Διοσκουρίδης, έχει ποτίσει κάθε χιλιοστό του αέρα στον Αναγκαστικό Συνεταιρισμό Κρόκου Κοζάνης, υπεύθυνο για τη σοδειά των 1.000 παραγωγών του νομού. Πίσω από τη διαχωριστική τζαμαρία παρακολουθώ τη διαδικασία διαλογής, καθαρισμού, ζυγίσματος και συσκευασίας των αποξηραμένων στιγμάτων του άνθους. Οι γυναίκες κροκοπαραγωγοί, φορώντας αποστειρωμένες ρόμπες, μάσκες, καπέλα και γάντια, κάνουν τη λεπτοδουλειά: βγάζουν από μια σακούλα τούφες από βαθυκόκκινα λεπτά νήματα και τα ελέγχουν για τυχόν ατέλειες. Μία από αυτές παραλαμβάνει το καθαρό προϊόν και το τοποθετεί σε ζυγαριά ακριβείας. Αφού συσκευαστεί σε μπουκαλάκια του ενός γραμμαρίου, ξεκινάει το ταξίδι του: το 70% της παραγωγής εξάγεται κυρίως στην Ιταλία, στην Ισπανία, στις ΗΠΑ και στις Αραβικές χώρες, τελευταία και στο Βιετνάμ. Αν και ο κρόκος καλλιεργείται στην Κοζάνη εδώ και 300 χρόνια, στις τοπικές κουζίνες μπήκε μόλις τις τελευταίες δεκαετίες. Και είναι απογοητευτικό το ότι στην εποχή των foodies και του γαστρονομικού τουρισμού, τα εστιατόρια της πόλης δεν υποστηρίζουν το ΠΟΠ προϊόν της περιοχής: πολλές φορές απουσιάζει εντελώς από τα πιάτα τους.


Στο συσκευαστήριο των Κροκοπαραγωγών Κοζάνης. (Φωτογραφία: ΠΕΡΙΚΛΗΣ ΜΕΡΑΚΟΣ)

Αξιόλογη είναι η προσπάθεια που γίνεται στο εστιατόριο Τρυποκάρυδος από τον σεφ Γιώργο Καλογερίδη, ο οποίος αξιοποιεί το προϊόν σε διαφορετικές συνταγές. Δοκιμάστε την κοτόσουπα, το φιλέτο με κρόκο, μέντα και λάιμ, το εκμέκ και το παγωτό με κρόκο. «Είναι δύσκολο προϊόν στη διαχείριση και γι’ αυτό εντάσσεται δύσκολα στα μενού. Πάντα προτείνω, ακόμα και στους πιο επιφυλακτικούς, να δοκιμάσουν», λέει η σεφ Νανά Γκαμπούρα, ιδιοκτήτρια της «Κουζίνας της μαμάς Άννας» στα Σέρβια. Ανάμεσα στις σπεσιαλιτέ της με κρόκο, το ριζότο, η κολοκυθόσουπα και ο χαλβάς με κρόκο και τυρί γαΐς.

ΠΑΡΑΔΟΣΕΙΣ ΠΟΥ ΑΝΤΕΧΟΥΝ

Αν σας συγκινούν τα μυστικά που επιβιώνουν και περνούν από γενιά σε γενιά, δύο μέρη θα βάλετε στα SOS της λίστας: το πρώτο είναι ο φούρνος Σιδέρη, στη συνοικία του Αγίου Δημητρίου. Από το 1948, όταν τα ηνία είχε ο πατέρας του, μέχρι σήμερα, εδώ παρασκευάζεται με την ίδια συνταγή (συνοψίζεται στο τρίπτυχο «πλάστης, φέτα και αυγό») και ξεφουρνίζεται καθημερινά το παραδοσιακό κοζανίτικο κιχί. Πάνω από το ταμείο δεσπόζει το κορνιζαρισμένο προσωπικό «πάνθεον» του αρτοποιού, που περιλαμβάνει από τον Τσε μέχρι τον Νικόλα Άσιμο. Αξίζει να σταθείτε λίγα λεπτά, να δείτε τη διάδρασή του με τους πελάτες του –στις εκλογές στήνει κάλπη για δικό του exit poll– και να ακούσετε τις καρδερίνες να σολάρουν στα ξύλινα κλουβιά.


Ο Δημήτρης Κουντουράς στην οικογενειακή βιοτεχνία χάλκινων, με ιστορία 160 ετών. (Φωτογραφία: ΠΕΡΙΚΛΗΣ ΜΕΡΑΚΟΣ)

Δεύτερη στάση στη βιοτεχνία χαλκουργικής της οικογένειας Κουντουρά. Ξεκίνησε ως εργαστήριο πριν από 160 χρόνια, την εποχή που η Κοζάνη θεωρούνταν πόλη χαλκουργών, οι οποίοι φημίζονταν για τη λεπτομέρεια και την κομψότητα της δουλειάς τους, και σήμερα έχει περάσει στα χέρια της τέταρτης γενιάς. Στον εκθεσιακό χώρο διατίθενται προς πώληση δεκάδες αντικείμενα που κατασκευάζονται εδώ και σκαλίζονται στο χέρι. Ρίξτε μια ματιά στο πίσω μέρος της βιοτεχνίας, όπου ο Δημήτρης Κουντουράς, σκυμμένος πάνω από τη φωτιά, κάνει το παραδοσιακό γάνωμα με κασσίτερο. «Μας στέλνουν τα σκεύη τους για γάνωμα από όλη την Ελλάδα. Τα βιομηχανοποιημένα χάλκινα έχουν σβήσει, μόνο τα χειροποίητα παραμένουν περιζήτητα...»

ΣΧΕΤΙΚΑ TAGS
ΣΧΟΛΙΑΣΤΕ Συνδεθείτε

ΑΛΛΕΣ ΕΙΔΗΣΕΙΣ ΚΑΤΗΓΟΡΙΑΣ

ΑΛΛΕΣ ΚΑΤΗΓΟΡΙΕΣ