ΚΛΕΙΣΙΜΟ
Loading...
 

Η σκιά του Σι και ο κίτρινος πυρετός

Η απουσία του Κινέζου προέδρου από τη σύνοδο του G20 και η όξυνση του ψυχροπολεμικού ανταγωνισμού με τις ΗΠΑ

Kathimerini.gr

Πέτρος Παπακωνσταντίνου

Οι προβολείς της διεθνούς επικαιρότητας στράφηκαν αυτό το Σαββατοκύριακο προς το Νέο Δελχί για τη σύνοδο κορυφής του G20. Μέχρι την περασμένη εβδομάδα, το ενδιαφέρον μονοπωλούσε η πιθανολογούμενη συνάντηση του Τζο Μπάιντεν με τον Σι Τζινπίνγκ, σε συνέχεια της περυσινής συνάντησής τους στο Μπαλί, και πάλι στο περιθώριο του G20. Οι Ευρωπαίοι και άλλοι σημαντικοί παίκτες της διεθνούς σκηνής ήθελαν να ελπίζουν ότι μια τέτοια συνάντηση θα οδηγούσε σε εκτόνωση τις επικίνδυνες εντάσεις ανάμεσα στις δύο μεγαλύτερες οικονομίες του πλανήτη, που έχουν φέρει την ανθρωπότητα στο κατώφλι ενός δεύτερου Ψυχρού Πολέμου. Τις ελπίδες τους έτρεφαν και οι επισκέψεις Αμερικανών αξιωματούχων στο Πεκίνο κατά το τελευταίο τρίμηνο (των υπουργών Εξωτερικών, Aντονι Μπλίνκεν, Οικονομικών, Τζάνετ Γέλεν, και Εμπορίου, Τζίνα Ραϊμόντο) προς προλείανση του εδάφους. Τελικά, όμως, το Πεκίνο ανακοίνωσε ότι ο Σι Τζινπίνγκ δεν θα πάει στο Νέο Δελχί και συνέστησε στους Αμερικανούς να είναι «περισσότερο ειλικρινείς» στις σχέσεις τους με την Κίνα.

Σενάρια

Ηταν η πρώτη απουσία του Κινέζου ηγέτη από σύνοδο κορυφής του G20, γεγονός που τροφοδότησε πλήθος εικασιών. Ορισμένοι αναλυτές υποστήριξαν ότι ο Σι δεν ήθελε να ενισχύσει το διπλωματικό κύρος της φιλοξενούσας χώρας, της Ινδίας, με την οποία η Κίνα έχει ανοιχτές εδαφικές διαφορές και εντεινόμενο ανταγωνισμό για την ηγεμονία στον Παγκόσμιο Νότο. Ασθενές επιχείρημα, εκτός αν δεχθούμε ότι η κινεζική ηγεσία αποφάσισε να πυροβολήσει το πόδι της με την εθελούσια διπλωματική απομόνωση. Αλλωστε, οι όποιες διαφορές δεν εμπόδισαν τον Σι και τον Ινδό πρωθυπουργό Ναρέντρα Μόντι να παρευρεθούν στην πρόσφατη σύνοδο κορυφής της ομάδας BRICS (Βραζιλία, Ρωσία, Ινδία, Κίνα, Νότια Αφρική), που άνοιξε τις πόρτες της σε έξι νέες χώρες (Αργεντινή, Αίγυπτος, Ιράν, Σαουδική Αραβία, Εμιράτα, Αιθιοπία) και συζήτησε σενάρια αποδολαριοποίησης, προκαλώντας σοκ στην Ουάσιγκτον. Αλλοι πιθανολόγησαν ότι ο Κινέζος ηγέτης είναι πολύ φειδωλός, αυτή την περίοδο, σε ταξίδια στο εξωτερικό λόγω των σοβαρών προβλημάτων που αντιμετωπίζει τελευταία η κινεζική οικονομία. Κι αυτό ακούγεται τραβηγμένο από τα μαλλιά, δεδομένου ότι η υπαρκτή επιβράδυνση της ανάπτυξης στην Κίνα δεν μεταφράζεται, για την ώρα, σε σοβαρή κοινωνική κρίση.

Η πιο απλή εξήγηση για την απουσία του Σι είναι ότι ήθελε να αποφύγει, σε αυτή τη συγκυρία, μια συνάντηση με τον Μπάιντεν, εκτιμώντας ότι δεν θα έφερνε κανένα απτό αποτέλεσμα, οδηγώντας σε περαιτέρω όξυνση των σινοαμερικανικών σχέσεων. Και είναι αλήθεια ότι το Πεκίνο έχει ισχυρούς λόγους να είναι καχύποπτο απέναντι στις όποιες χειρονομίες καλής θέλησης της Ουάσιγκτον. Τον Αύγουστο, ο Τζο Μπάιντεν υπέγραψε διάταγμα που απαγορεύει τις αμερικανικές επενδύσεις στην Κίνα, στα πεδία της τεχνητής νοημοσύνης, των ημιαγωγών και των κβαντικών υπολογιστών. Λίγο αργότερα, η κυβέρνησή του ενημέρωσε το Κογκρέσο για την αποστολή στρατιωτικής βοήθειας στην Ταϊβάν (την οποία η Κίνα θεωρεί αναπόσπαστο τμήμα της) ύψους 80 εκατ. δολαρίων, σπάζοντας ένα ταμπού της αμερικανικής εξωτερικής πολιτικής. Η τριμερής συνάντηση ΗΠΑ – Ιαπωνίας – Νότιας Κορέας στις 18 Αυγούστου, στο Καμπ Ντέιβιντ, ερέθισε τα κληροδοτημένα από την Ιστορία αντανακλαστικά της Κίνας, ενισχύοντας τους φόβους της για μια νέα ιμπεριαλιστική περικύκλωση.

Νέος «μακαρθισμός»;

Αυτές τις ημέρες παίζεται στις κινηματογραφικές αίθουσες η πολύ πετυχημένη, τουλάχιστον εισπρακτικά, ταινία «Οπενχάιμερ», εμπνευσμένη από τον περιπετειώδη βίο του Αμερικανοεβραίου πατέρα της ατομικής βόμβας, ο οποίος έγινε στόχος πολιτικής δίωξης στις ΗΠΑ κατά τη σκοτεινή περίοδο του μακαρθισμού. Ηταν η δεύτερη εποχή της λεγόμενης Red Scare (υστερία για την Ερυθρά Απειλή) στην Αμερική, μετά από εκείνη που ενέσκηψε την επαύριον του Α΄ Παγκοσμίου Πολέμου και το σοκ των επαναστάσεων σε Ρωσία, Γερμανία και Ουγγαρία, όταν σοσιαλιστές, αναρχικοί και ριζοσπάστες συνδικαλιστές κηλιδώνονταν και φυλακίζονταν ως πράκτορες του διεθνούς κομμουνισμού. Στη δεύτερη Red Scare, καταξιωμένοι συγγραφείς, σκηνοθέτες, ηθοποιοί, επιστήμονες και αξιωματούχοι βαφτίζονταν πράκτορες της Μόσχας. Εδώ και λίγα χρόνια, η Αμερική διολισθαίνει προς ένα νέο κυνήγι μαγισσών, μόνο που αυτή τη φορά την ερυθρά απειλή υποκαθιστά η κίτρινη.

Τον Απρίλιο του 2019, κορυφαίες προσωπικότητες των Ρεπουμπλικανών, όπως ο γερουσιαστής Τεντ Κρουζ, ο πρώην πρόεδρος της Βουλής Νιουτ Γκίνγκριτς και ο γκουρού του Ντόναλντ Τραμπ, Στιβ Μπάνον, συγκρότησαν την «Επιτροπή για τον Αμεσο Κίνδυνο: Κίνα» (CPDC). Ηταν ένα είδος νεκρανάστασης της CPD, που ιδρύθηκε το 1950 για να στηρίξει μια γραμμή επιθετικής αντιμετώπισης της ΕΣΣΔ και αλματώδους αύξησης των στρατιωτικών δαπανών. Επανεμφανίστηκε το 1976 για να καταγγείλει ως «μαλθακή» την εξωτερική πολιτική του Τζίμι Κάρτερ και να κηρύξει εκστρατεία εναντίον της πολιτικής της ύφεσης. Στο ίδιο πνεύμα, η σημερινή CPDC μαστιγώνει ως νέους Τσάμπερλεν όσους ακολουθούν πολιτική «κατευνασμού» της Κίνας και πιέζει για στρατιωτική θωράκιση της Ταϊβάν.

Αυτό το κομμάτι της κληρονομιάς που άφησε πίσω της η εποχή Τραμπ φρόντισε όχι μόνο να διασώσει, αλλά να επεκτείνει ο Τζο Μπάιντεν, όπως άλλωστε έκανε με τους εμπορικούς πολέμους που κήρυξε στην Κίνα ο προκάτοχός του. Το κυνήγι μαγισσών καλά κρατεί. Τον Ιανουάριο του 2022 οι New York Times δημοσίευσαν ρεπορτάζ που εμφάνιζε την αντιπολεμική οργάνωση Code Pink ως ενεργούμενο του Πεκίνου, επειδή δέχθηκε οικονομική στήριξη από έναν μαοϊκού παρελθόντος επιχειρηματία στον χώρο της υψηλής τεχνολογίας. Τον περασμένο μήνα, η επιτροπή πληροφοριών της Γερουσίας ζήτησε από το υπουργείο Δικαιοσύνης να ερευνήσει άμεσα «συγκεκριμένες οργανώσεις της άκρας Αριστεράς», μεταξύ των οποίων και την Code Pink, για σχέσεις με την Κίνα. Η ατμόσφαιρα αντικινεζικής υστερίας έχει οδηγήσει εκατοντάδες κινεζικής καταγωγής επιστήμονες πρώτης γραμμής να εγκαταλείψουν αμερικανικά πανεπιστήμια.

Κυνήγι κατασκόπων

Για να είμαστε δίκαιοι, ανάλογη ατμόσφαιρα υστερίας διαμορφώνεται και στην άλλη πλευρά. Το υπουργείο Κρατικής Ασφάλειας της Κίνας άνοιξε πρόσφατα λογαριασμό σε πλατφόρμα κοινωνικής δικτύωσης, μέσω της οποίας κάλεσε τους πολίτες να συμμετάσχουν σε μια «καθολική κοινωνική κινητοποίηση» για τον εντοπισμό πιθανών πρακτόρων ξένων δυνάμεων και άλλων εχθρών του καθεστώτος, προσφέροντας μάλιστα αμοιβή 15.000 δολαρίων για πληροφορίες που θα αποδειχθούν χρήσιμες. Το σύνθημα είχε δώσει ο ίδιος ο Σι στις 30 Μαΐου όταν προήδρευσε συνεδρίασης της κομματικής Επιτροπής Εθνικής Ασφάλειας. Εκεί, ο Κινέζος ηγέτης προειδοποίησε την κομματική ελίτ ότι η χώρα (δηλαδή το καθεστώς) αντιμετωπίζει σήμερα «πολύ πιο περίπλοκα και δυσκολότερα επιλύσιμα προβλήματα» στο πεδίο της εθνικής ασφάλειας και την κάλεσε να προετοιμάζεται «για τα χειρότερα δυνατά σενάρια», καθώς θα χρειαστεί να αντιμετωπίσει «σφοδρούς ανέμους, τρικυμιώδεις θάλασσες, ακόμη και επικίνδυνες θύελλες».

Η σκλήρυνση στο εσωτερικό συνοδεύεται από ενίσχυση εθνικιστικών διεκδικήσεων στο εξωτερικό. Προ ημερών, το υπουργείο Φυσικών Πόρων δημοσίευσε τον νέο εθνικό χάρτη, όπου καταγράφονται ως μέρη της κινεζικής επικράτειας εδάφη και χωρικά ύδατα που διεκδικούνται από γειτονικές χώρες, όπως η Ινδία, το Βιετνάμ, η Μαλαισία και οι Φιλιππίνες. Το πιο ενδιαφέρον και εντελώς καινούργιο στοιχείο είναι ότι ο ίδιος χάρτης καταγράφει ως κινεζικό έδαφος μέρος της νήσου Μπολσόι-Οουσορίσκ, στη συμβολή των ποταμών Αμούρ και Οουσούρι, το οποίο ανήκει στη Ρωσία, βάσει διμερούς συμφωνίας που υπέγραψαν οι δύο χώρες το 2004. Αν η Κίνα εννοεί όντως να ανοίξει τέτοιους λογαριασμούς με τη σύμμαχο, αν και εξασθενημένη λόγω Ουκρανικού, Ρωσία (λέμε αν, γιατί μέχρι τώρα δεν έχει θέσει επίσημα το ζήτημα), αντιλαμβανόμαστε πόσο δύσκολο είναι να ονειρεύεται κανείς ύφεση και συνδιαλλαγή με τη βασική της αντίπαλο, τις ΗΠΑ.

 

ΣΧΟΛΙΑΣΤΕ

Άλλα άρθρα συγγραφέα

Kathimerini.gr

Κόσμος: Τελευταία Ενημέρωση