ΚΛΕΙΣΙΜΟ
Loading...
 
 
Οικονομία

Αμελητέοι οι κίνδυνοι από την άνοδο των αποδόσεων

Newsroom Κ, Αθήνα

Μήπως η άνοδος των αποδόσεων ενέχει σοβαρό κίνδυνο για την προοπτική της ανάπτυξης και τις αγορές ριψοκίνδυνων περιουσιακών στοιχείων;

HOLGER SCHMIEDING*

Η ελπίδα για τόνωση της οικονομίας, σε συνδυασμό με την ανησυχία ότι οι κεντρικές τράπεζες ενδέχεται να κλείσουν τους κρουνούς ρευστότητας νωρίτερα, προκαλεί μαζικές πωλήσεις στην αγορά ομολόγων. Τίθεται το ερώτημα: μήπως η άνοδος των αποδόσεων ενέχει σοβαρό κίνδυνο για την προοπτική της ανάπτυξης και τις αγορές ριψοκίνδυνων περιουσιακών στοιχείων; Οχι πραγματικά, κατά την άποψή μας. Βλέπουμε μια επιστροφή των αποδόσεων των ομολόγων από τα εξαιρετικά χαμηλά σε χαμηλά επίπεδα ως συνέπεια μάλλον παρά ως εμπόδιο στη δυναμική ανάκαμψη και στα σταθερά εταιρικά κέρδη για τις περισσότερες χώρες του κόσμου. Αλλωστε, με κριτήριο τα θεμελιώδη οικονομικά μεγέθη, οι πάρα πολύ χαμηλές αποδόσεις του 2020 ήταν λιγότερο λογικές από τις και πάλι χαμηλές αποδόσεις, στις οποίες τείνουν τώρα οι αγορές.

Βάσει των εκτιμήσεών μας για ισχυρή ανάπτυξη και την επαναφορά του πληθωρισμού πλησίον του στόχου του σχεδόν 2% της ΕΚΤ, προβλέπουμε ότι οι αποδόσεις στα 10ετή αμερικανικά ομόλογα θα αυξηθούν στο 2% και 0,0% για τα αντίστοιχα γερμανικά μέχρι το τέλος του 2021. Ξεκινώντας από τα επίπεδα του 1% για τους αμερικανικούς τίτλους και του -0,5% για τα γερμανικά, οι αγορές μέσα σε μόλις δύο μήνες φέτος έχουν καλύψει σχεδόν το ήμισυ αυτής της ανόδου. Ως συνήθως, οι απαραίτητες και τελικά ευπρόσδεκτες προσαρμογές στις αγορές είναι σπάνια ομαλές. Προσπαθώντας να βρουν νέα ισορροπία μετά την πανδημία, οι διεθνείς κεφαλαιαγορές είναι επιρρεπείς σε ξαφνικές εξάρσεις και αστάθεια, στην οποία μπορούν να συντείνουν τεχνικοί παράγοντες. Πάντως, έχει σημασία το κόστος χρηματοδότησης. Εάν οι αποδόσεις των ομολόγων πρόκειται να ανέλθουν πολύ ταχύτερα και πολύ περισσότερο από το αναμενόμενο, ούτως ή άλλως, θα πρέπει να εναρμονίσουμε τις εκτιμήσεις μας ειδικά για τομείς ευαίσθητους στις αλλαγές των επιτοκίων, όπως είναι οι αγορές ακινήτων σε ΗΠΑ και Βρετανία.

Ωστόσο, η τεράστια δημοσιονομική στήριξη στις Ηνωμένες Πολιτείες και η πιο περιορισμένη αλλά βαρύνουσα στην Ευρώπη, ο συνδυασμός της αυξημένης ζήτησης για καταναλωτικές υπηρεσίες χάρις στην τεράστια αποταμίευση ένθεν κακείθεν του Ατλαντικού, η ανάγκη ανανέωσης αποθεμάτων και οι θετικές προοπτικές για το παγκόσμιο εμπόριο συνιστούν ένα πολύ ρωμαλέο μείγμα. Οι κεντρικές τράπεζες παρακολουθούν τα τεκταινόμενα, αν και οι χρηματοοικονομικές αγορές δεν αποτελούν το κύριο μέλημά τους. Ανησυχούν για τις οικονομικές προοπτικές και τις πιθανές συνέπειες των κινήσεων της αγοράς στο πληθωρισμό και την απασχόληση – η οποία εμμέσως ή αμέσως ενυπάρχει στην εντολή τους. Εάν η μείωση του κόστους χρηματοδότησης και/ή η υπερβολική αστάθεια στις αγορές διακυβεύει την ισχυρή οικονομική ανάκαμψη που επιθυμούν μετά τη μεγάλη ύφεση του 2020, θα προσπαθούσαν να κάνουν κάτι.

* Ο κ. Holger Schmieding είναι οικονομολόγος της Berenberg Bank.

ΣΧΟΛΙΑΣΤΕ Συνδεθείτε

ΑΛΛΕΣ ΕΙΔΗΣΕΙΣ ΚΑΤΗΓΟΡΙΑΣ

ΑΛΛΕΣ ΚΑΤΗΓΟΡΙΕΣ