ΚΛΕΙΣΙΜΟ
Loading...
 

Επικίνδυνες αρρυθμίες στη διεθνή οικονομία

Αναθεωρεί προς τα κάτω τις προβλέψεις για την ανάπτυξη το ΔΝΤ, στη σκιά της πρόσφατης αναταραχής στις τράπεζες

Ελευθερία Κούρταλη 

Στις αρχές του 2023, οικονομολόγοι και ηγέτες του επιχειρηματικού κόσμου είχαν εκφράσει την αισιοδοξία τους ότι η ανάπτυξη της παγκόσμιας οικονομίας μπορεί τελικά να μην επιβραδυνθεί όσο προβλεπόταν, με την ύφεση να βγαίνει σιγά σιγά από την εξίσωση, χάρη στις θετικές εξελίξεις όπως το «άνοιγμα» της οικονομίας της Κίνας, η πτώση των τιμών της ενέργειας και η ανθεκτικότητα που παρουσίαζε η ευρωπαϊκή οικονομία.

Ωστόσο η κρίση στον τραπεζικό κλάδο η οποία ξέσπασε τον Μάρτιο έχει αλλάξει τα δεδομένα, με το Διεθνές Νομισματικό Ταμείο να υποβαθμίζει τις εκτιμήσεις του για την παγκόσμια ανάπτυξη την περασμένη εβδομάδα, υπογραμμίζοντας ότι «η οικονομία εισέρχεται σε μια επικίνδυνη φάση χαμηλής οικονομικής ανάπτυξης και υψηλού χρηματοοικονομικού κινδύνου».

Επιβράδυνση

Το ΔΝΤ αναμένει ότι η παγκόσμια ανάπτυξη θα επιβραδυνθεί από 3,4% το 2022 σε 2,8% το 2023, ενώ η εκτίμησή του τον Ιανουάριο ήταν για ανάπτυξη 2,9% φέτος. «Η αβεβαιότητα είναι υψηλή και το ισοζύγιο των κινδύνων αυξάνεται, όσο ο χρηματοπιστωτικός τομέας παραμένει άστατος», ανέφερε το Ταμείο στην τελευταία του έκθεση.

Οι φόβοι για τις οικονομικές προοπτικές έχουν αυξηθεί μετά την κατάρρευση της Silicon Valley Bank και της Signature Bank, δύο περιφερειακών τραπεζών στις ΗΠΑ, και την απώλεια εμπιστοσύνης στην πολύ μεγαλύτερη Credit Suisse στην Ευρώπη, η οποία πουλήθηκε ουσιαστικά στον ανταγωνιστή της, την UBS, σε συμφωνία διάσωσης υποστηριζόμενη από την ελβετική κυβέρνηση.

Ηδη, η παγκόσμια οικονομία αντιμετώπιζε τις συνέπειες του υψηλού και επίμονου πληθωρισμού, της ταχείας αύξησης των επιτοκίων για την καταπολέμησή του, των αυξημένων επιπέδων χρέους και του πολέμου της Ρωσίας στην Ουκρανία.

Τώρα, οι ανησυχίες για την υγεία του τραπεζικού κλάδου έχουν προστεθεί στη λίστα. «Αυτές οι δυνάμεις πλέον αλληλεπιδρούν με νέες ανησυχίες για τη χρηματοπιστωτική σταθερότητα», τόνισε το ΔΝΤ, σημειώνοντας ότι οι υπεύθυνοι χάραξης πολιτικής που προσπαθούν να δαμάσουν τον πληθωρισμό αποτρέποντας μια «σκληρή προσγείωση» ή μια οδυνηρή ύφεση, «μπορεί να αντιμετωπίσουν δύσκολους συμβιβασμούς».

Τα γεγονότα του Μαρτίου είναι ένα ζωντανό παράδειγμα του πώς η πιο απότομη αύξηση των επιτοκίων από τη δεκαετία του 1980 μπορεί να έχει απρόβλεπτες συνέπειες. «Κάτω από την επιφάνεια δημιουργούνται αναταράξεις και η κατάσταση είναι αρκετά εύθραυστη, όπως μας υπενθύμισε η πρόσφατη περίοδος τραπεζικής αστάθειας», προειδοποίησε ο επικεφαλής οικονομολόγος του ΔΝΤ, Πιερ-Ολιβιέ Γκουρενσά. Αρχικά, η σύσφιγξη της νομισματικής πολιτικής είχε αποτελέσει καλό νέο για τις τράπεζες, κυρίως λόγω της ώθησης στα καθαρά επιτοκιακά έσοδα. Ωστόσο, οι τριγμοί στον κλάδο τον Μάρτιο έδειξαν και την άλλη πλευρά του νομίσματος αυτού. Η αυστηροποίηση των πιστωτικών συνθηκών που είναι ήδη εμφανής τόσο στις ΗΠΑ όσο και στην Ευρώπη, καθώς και οι πρόσφατες εξελίξεις κάνουν τις τράπεζες πιο επιφυλακτικές σε ποιον δανείζουν, πόσο δανείζουν και με ποιο επιτόκιο. Αυτό θα εμποδίσει τις πιστωτικές ροές και θα χτυπήσει τα μεγέθη των τραπεζών αλλά και την οικονομία.

Μείωση δανεισμού

«Οι χρηματοπιστωτικές συνθήκες έχουν γίνει πιο αυστηρές, κάτι που είναι πιθανό να συνεπάγεται χαμηλότερο δανεισμό και χαμηλότερη δραστηριότητα εάν επιμείνουν», δήλωσε το ΔΝΤ. Εάν ένα σοκ στο παγκόσμιο χρηματοπιστωτικό σύστημα οδηγήσει σε «απότομη» επιδείνωση των χρηματοοικονομικών συνθηκών, η παγκόσμια ανάπτυξη θα μπορούσε να επιβραδυνθεί στο 1% φέτος, προειδοποίησε το ΔΝΤ. Αυτό θα σήμαινε «σχεδόν στάσιμο κατά κεφαλήν εισόδημα», όπως σημείωσε το Ταμείο.

Μάλιστα τα πρακτικά της τελευταίας συνεδρίασης της Fed αποκάλυψαν πως οι οικονομολόγοι της προβλέπουν ότι η μείωση του δανεισμού λόγω των τραπεζικών αναταράξεων θα προκαλέσει ήπια ύφεση αργότερα το 2023.

Κατά τους αναλυτές, το μεγαλύτερο ζήτημα για τις τράπεζες είναι γύρω από τις καταθέσεις, τόσο για το α΄ τρίμηνο όσο και για τον Μάρτιο ειδικότερα. Σύμφωνα με εκτιμήσεις, οι καταθέσεις στις JP Morgan Chase, Wells Fargo και Bank of America μειώθηκαν στο α΄ τρίμηνο κατά 521 δισ. δολάρια σε σχέση με ένα χρόνο νωρίτερα, τη μεγαλύτερη πτώση της τελευταίας δεκαετίας.

Το περιβάλλον δεν είναι ωστόσο ζοφερό μόνο για τις τράπεζες. Στο υπόλοιπο του 2023, το περιβάλλον για πολλές εταιρείες θα γίνει πιο δύσκολο, με την επιβράδυνση της οικονομικής ανάπτυξης να επιβαρύνει τα έσοδα, ενώ η μειωμένη ικανότητα των επιχειρήσεων να μετακυλίσουν τα υψηλότερη κόστη στους καταναλωτές, θα πιέσει τα περιθώρια κέρδους.

Οπως μάλιστα εκτίμησε η Allianz, η επιβράδυνση της ανάπτυξης, η σύσφιγξη της νομισματικής πολιτικής και η αυστηροποίηση των πιστωτικών συνθηκών θα οδηγήσουν σε αύξηση των πτωχεύσεων, κατά 21% σε παγκόσμιο επίπεδο, 49% στις ΗΠΑ και 23% στην Ευρωζώνη, σε σύγκριση με το 2022.

Ψάχνουν τι θα «σκάσει»

Η αναταραχή στον τραπεζικό τομέα υπενθύμισε και υπογράμμισε τις συνέπειες της νομισματικής σύσφιγξης, όπως σημειώνει η Citigroup. Μετά τους τραπεζικούς κλυδωνισμούς, οι επενδυτές θα αναρωτιούνται τι μπορεί να «σκάσει» στη συνέχεια – και η Citi πιστεύει έτσι ότι η προσοχή θα αρχίσει να μετατοπίζεται μακριά από τους κινδύνους των υψηλότερων επιτοκίων και προς τους κινδύνους του χαμηλότερου ΑΕΠ και της επιδείνωσης των θεμελιωδών μεγεθών. Η συνεχιζόμενη κρίση εμπιστοσύνης θα περιορίσει την όρεξη των τραπεζών για ανάληψη ρίσκου και θα μειώσει τη ροή πιστώσεων. «Ακόμη και πριν από την πρόσφατη αναταραχή, οι όροι δανεισμού ήταν ήδη αυστηρότεροι. Πιθανότατα θα «σφίξουν» περαιτέρω στο μέλλον», τονίζει η αμερικανική τράπεζα.

Το 2023 δεν είναι 2008, αλλά έχει σημαντικά «αγκάθια»

Το ΔΝΤ ξεκαθάρισε πάντως ότι ενώ η ταχεία αύξηση των επιτοκίων πίεζε τις τράπεζες και άλλες εταιρείες, υπάρχουν θεμελιώδεις διαφορές από την παγκόσμια οικονομική κρίση του 2008. Οι τράπεζες έχουν πλέον πολύ περισσότερα κεφάλαια για να μπορούν να αντέξουν τους κραδασμούς. Εχουν επίσης περιορίσει τον επικίνδυνο δανεισμό λόγω αυστηρότερων ρυθμιστικών κανονισμών.

Ανάλογες είναι και οι απόψεις των επενδυτικών οίκων. Οπως σημειώνει η JP Morgan, για παράδειγμα, σίγουρα το τραπεζικό σύστημα είναι, και ήταν πάντα, χτισμένο στην εμπιστοσύνη. Οταν τίθεται υπό αμφισβήτηση η εμπιστοσύνη, μπορεί να οδηγήσει σε μια αίσθηση πανικού που τρέφεται από μόνη της και γίνεται δύσκολο να περιοριστεί. Καθιστά επίσης πολύ δύσκολη την πρόβλεψη αυτής της κατάστασης με οποιαδήποτε ακρίβεια. Αν και υπάρχει τεράστια αβεβαιότητα, δεδομένου ότι ο τραπεζικός τομέας οδηγεί τη δημιουργία πιστώσεων και την επακόλουθη οικονομική ανάπτυξη, οι πρόσφατες εξελίξεις με τις τράπεζες είναι αρνητικές για τις οικονομικές προοπτικές.

Οι υπεύθυνοι χάραξης πολιτικής έχουν εργαλεία για την επίλυση τραπεζικών κρίσεων και οι μεγάλες τράπεζες είναι πολύ ισχυρότερες, λέει η JP Morgan.

Ωστόσο, όπως τονίζει η JP Morgan, δεν ζούμε μία επανάληψη του 2008, για τρεις βασικούς λόγους: 1) Οι υπεύθυνοι χάραξης πολιτικής διαθέτουν εργαλεία για την επίλυση τραπεζικών κρίσεων και οι μεγαλύτερες τράπεζες είναι πολύ ισχυρότερες, 2) η οικονομία βρίσκεται σε πολύ διαφορετικό σημείο και 3) το μέγεθος του προβλήματος είναι, μέχρι στιγμής, πολύ μικρότερο – η Silicon Valley Bank (209 δισ. δολ.) και η Signature Bank (110 δισ. δολ.) μαζί είχαν περίπου τα μισά περιουσιακά στοιχεία που είχε η Lehman Brothers (640 δισ. δολ.), ενώ η Bear Stearns (400 δισ. δολ.) ήταν επίσης μεγαλύτερη και από τις δύο.

Ομως το ΔΝΤ επισήμανε τις ομοιότητες μεταξύ της τελευταίας τραπεζικής αναταραχής και της κρίσης αποταμίευσης και δανείων στις ΗΠΑ τη δεκαετία του 1980, όταν τα προβλήματα σε μικρότερες τράπεζες έπληξαν την εμπιστοσύνη στο ευρύτερο χρηματοπιστωτικό σύστημα. Το μάθημα του φετινού Μαρτίου είναι πως τα προβλήματα σε μικρότερα ιδρύματα μπορούν να κλονίσουν την ευρύτερη εμπιστοσύνη των χρηματοπιστωτικών αγορών, ιδιαίτερα καθώς ο επίμονα υψηλός πληθωρισμός εξακολουθεί να προκαλεί απώλειες στα περιουσιακά στοιχεία των τραπεζών.

Μέχρι στιγμής, οι επενδυτές τιμολογούν ένα αρκετά αισιόδοξο σενάριο για την οικονομία παρά τους πρόσφατους τραπεζικούς κλυδωνισμούς, σημείωσε το ΔΝΤ. Ωστόσο, αυτές οι προσδοκίες θα μπορούσαν να ανατραπούν γρήγορα. Αν ο πληθωρισμός αυξηθεί περαιτέρω, για παράδειγμα, οι επενδυτές θα μπορούσαν να κρίνουν ότι τα επιτόκια θα παραμείνουν υψηλότερα για μεγαλύτερο χρονικό διάστημα. «Οι πιέσεις θα μπορούσαν τότε να ξαναεμφανιστούν στο χρηματοπιστωτικό σύστημα. Η εμπιστοσύνη –το θεμέλιο της χρηματοδότησης– θα μπορούσε να συνεχίσει να διαβρώνεται. Και η χρηματοδότηση θα μπορούσε να εξαφανιστεί γρήγορα τόσο για τις τράπεζες όσο και για τις επιχειρήσεις», προειδοποίησε το Ταμείο.

Η προειδοποίηση

«Οι κίνδυνοι για τις τράπεζες έχουν ενισχυθεί καθώς τα επιτόκια αυξήθηκαν γρήγορα για να συγκρατήσουν τον πληθωρισμό. Ιστορικά, τέτοιες δυναμικές αυξήσεις επιτοκίων από τις κεντρικές τράπεζες συχνά ακολουθούνται από πιέσεις που αυξάνουν τα σφάλματα στο χρηματοπιστωτικό σύστημα», προειδοποίησε ο επικεφαλής οικονομολόγος του ΔΝΤ, Πιερ-Ολιβιέ Γκουρενσά.

521 δισ. δολάρια μειώθηκαν οι καταθέσεις στις μεγαλύτερες τράπεζες των ΗΠΑ –JPMorgan, Wells Fargo, Bank of America– στο α΄ τρίμηνο.

Tα επιτόκια

«Τα αυξημένα επιτόκια για την αντιμετώπιση του πληθωρισμού είναι το μεγαλύτερο πρόβλημα για το χρηματοπιστωτικό σύστημα και την οικονομία. Δεν ξέρουμε αν κάποια άλλη τράπεζα είναι ευάλωτη σε αυτό. Η Credit Suisse ήταν ήδη πολύ αδύναμη, ωστόσο υπάρχουν και άλλες ευρωπαϊκές τράπεζες που είναι πολύ εύθραυστες», σημειώνει ο Τζον Ντάνιελσον, διευθυντής του Κέντρου Συστημικού Κινδύνου στο Τμήμα Οικονομικών του London School of Economics.

1% μπορεί να επιβραδυνθεί η παγκόσμια ανάπτυξη εάν ένα σοκ στο παγκόσμιο χρηματοπιστωτικό σύστημα οδηγήσει σε «απότομη» επιδείνωση, προειδοποίησε το ΔΝΤ.

O δανεισμός

«Υπάρχουν ενδείξεις ότι ο τραπεζικός δανεισμός στην Ευρωζώνη μειώνεται ως αποτέλεσμα των συνεχιζόμενων αυξήσεων των επιτοκίων. Πρέπει να υπενθυμίσουμε ότι οι αποφάσεις της νομισματικής πολιτικής χρειάζονται περίπου ενάμιση χρόνο για να γίνουν αισθητές στην πραγματική οικονομία, έτσι ο πλήρης αντίκτυπος δεν έχει φανεί ακόμη», τόνισε ο Κωνσταντίνος Ηροδότου, διοικητής της κεντρικής τράπεζας της Κύπρου.

ΣΧΟΛΙΑΣΤΕ

Οικονομία: Τελευταία Ενημέρωση