ΚΛΕΙΣΙΜΟ
Loading...
 
 
Διπλωματία

Η ευρωπαϊκή στρατηγική για την Τουρκία

Newsroom K

Η δεύτερη ανάγνωση των δύο σχολών σκέψης για την αντιμετώπιση της επεκτατικής πολιτικής της Άγκυρας στη Μεσόγειο 

Του ΜΙΧΑΛΗ ΑΤΤΑΛΙΔΗ*

Στην Κύπρο είναι δυνατό να διακριθούν δύο τάσεις σκέψης για την αντιμετώπιση της αναθεωρητικής και επεκτατικής πολιτικής της Τουρκίας στην Μεσόγειο και ιδιαίτερα εναντίον της Κύπρου και της Ελλάδας. Η πρώτη, η πιο σκληρή, θέλει την «πρόκληση κόστους» στην Τουρκία ως μέθοδο λύσης του Κυπριακού, αλλά και ως αντιμετώπιση των επιθετικών δραστηριοτήτων της στην ΑΟΖ της Κύπρου. Αυτή είναι η λεγόμενη «ρεαλιστική» αντιμετώπιση, η οποία αναγνωρίζει βασικά μόνο την ισχύ ως τον καθοριστικό παράγοντα στην έκβαση διεθνών ζητημάτων και διενέξεων. Ασφαλώς, όμως, ο ρεαλισμός οδηγεί και στο συμπέρασμα ότι η Κύπρος δεν είναι από μόνη της ικανή να ασκήσει τέτοιου είδους ισχύ και καταλήγει στην προσπάθεια να πεισθεί η Ε.Ε., οι ΗΠΑ, ή η Ρωσία να ασκήσουν την αναγκαία πίεση, ή να επιφέρουν το αναγκαίο κόστος. Στην παρούσα συγκυρία αυτή η τάση σκέψης επικεντρώνεται στην προσπάθεια επιβολής κυρώσεων από την Ε.Ε., επικρίνοντας την μάλιστα έντονα για την καθυστέρηση που παρατηρείται.

Η ρεαλιστική και η λειτουργική

Η δεύτερη τάση σκέψης, που θα μπορούσε να αποκληθεί «λειτουργική», υποβάλλει ότι, όσον αφορά στην Κύπρο, ο τρόπος επίλυσης των προβλημάτων με την Τουρκία είναι η λύση του Κυπριακού προβλήματος. Στην ουσία, επικρίνει την Ελληνοκυπριακή πλευρά για τους χειρισμούς της ως αφορμή για την επιθετικότητα της Τουρκίας, ανατρέχοντας στο δημοψήφισμα του 2004 και στο Κρανς Μοντανά, υποθέτοντας ότι η διευθέτηση του Κυπριακού θα λύσει το τουρκικό πρόβλημα συνολικά και ότι από τη λύση του Κυπριακού προβλήματος θα προκύψει και απόσυρση των τουρκικών απαιτήσεων στην κυπριακή ΑΟΖ.

Και οι δύο προσεγγίσεις έχουν κάποια βάσιμα στοιχεία, όμως καμία από τις δύο δεν μπορεί να αποτελέσει συνολική βάση αποτελεσματικής πολιτικής. Η«ρεαλιστική» τάση σκέψης δεν λαμβάνει υπόψη της ότι ακόμη και να επιτευχθεί η επιβολή από την Ε.Ε. κυρώσεων εναντίον της Τουρκίας, δεν είναι προβλεπτό αν οι τουρκικές αντιδράσεις θα είναι τέτοιες που θα αποβούν άμεσα προς όφελος της Κύπρου ή όχι. Αφετέρου η «ρεαλιστική» τάση ορθώς αντιλαμβάνεται ότι όλα τα κράτη λαμβάνουν υπόψη το συνολικό κόστος και το συνολικό όφελος οποιασδήποτε πολιτικής, και ότι η απειλή για πραγματικές κυρώσεις αποτελεί σοβαρό αποτρεπτικό παράγοντα για την Τουρκία.

Είναι επίσης αδιαμφισβήτητο, στο πλαίσιο της «ρεαλιστικής» αντιμετώπισης, ότι οι,για δικούς τους λόγους, παρεμβάσεις των ΗΠΑ και της Γαλλίας είναι κρισίμως σημαντικές για την αποφυγή άμεσων κινδύνων και για αποκατάσταση περιφερειακών ισορροπιών. Η πρώτη, κινούμενη από το συμφέρον της ως υπερδύναμη, για περιφερειακή σταθερότητα, και η δεύτερη από το ιστορικό της ενδιαφέρον για την Ανατολική Μεσόγειο και την επιθυμία να μην καταστεί η Τουρκία η ηγεμονική δύναμη στην περιοχή.

Η δεύτερη τάση, η «λειτουργική», δεν λαμβάνει υπόψη ότι παρά την τολμηρή και κυπριακή στάση του Τουρκοκύπριου ηγέτη κ. Ακιντζί, το αποτέλεσμα οποιωνδήποτε μελλοντικών συνομιλιών δεν είναι βέβαιο. Συναφώς αγνοεί την έντονη αντίθεση της Άγκυρας προς τον επανενωτικό Ακιντζί προς όφελος του διχοτομικού συνδυασμού Τατάρ-Οζερσάι. Δεν συνυπολογίζει επίσης ότι, παράλληλα με τους πειραματισμούς του Προέδρου Αναστασιάδη, υπάρχουν ενδείξεις αλλαγής πορείας και από μέρους της Τουρκίας προς Σχέδιo Β. Επιπλέον, φαίνεται να παραγνωρίζει το ότι οι απαιτήσεις και παραβάσεις της Τουρκίας στο Αιγαίο και στην ΑΟΖ της Κύπρου αποτελούν σκληρή ένδειξη ότι ενδεχόμενη λύση του Κυπριακού δεν εγγυάται ότι θα παύσουν οι αξιώσεις της, ιδιαίτερα αυτές που βασίζονται στη λανθασμένη και παράνομη άποψή της ότι η ΑΟΖ της εφάπτεται με αυτές της Λιβύης και Αιγύπτου.

Ίσως μια ενδεχόμενη λύση του Κυπριακού να τερματίσει εκείνες τις αξιώσεις της Τουρκίας που πηγάζουν από την υιοθέτηση των υποτιθέμενων δικαιωμάτων των Τουρκοκυπρίων, αλλά ακόμη και αυτό δεν είναι βέβαιο, αφού προηγούμενη συμπεριφορά της Άγκυρας είναι να ισχυρισθεί ότι συμφωνίες της «ΤΔΒΚ» αποτελούν υφιστάμενες συμφωνίες που πρέπει να ενσωματωθούν στη λύση. Είναι γεγονός, εν τούτοις, ότι, όπως υποστηρίζει η «λειτουργική» τάση σκέψης, χωρίς λύση του Κυπριακού και χωρίς τη συνδρομή των Τουρκοκυπρίων δεν είναι δυνατό να ομαλοποιηθούν οι σχέσεις Κύπρου - Τουρκίας.

Η πολιτική της κυβέρνησης σωστά ενσωματώνει, σε κάποιο βαθμό, στοιχεία και των δύο «σχολών». Εντούτοις, αδέξια και ζημιογόνα για την πορεία του Κυπριακού, επέτρεψε απώλεια χρόνου και κεφαλαίου καλής θέλησης με τον Τουρκοκύπριο ηγέτη. Διαφαίνεται όμως ότι στο παρόν στάδιο, ακολουθεί ορθολογικές επιλογές. Ιδιαίτερα, όσο είναι εφικτό, επιβάλλεται μια μακροχρόνια σύνδεση με καλές σχέσεις με όλα τα μέλη του Συμβουλίου ασφαλείας, ιδιαίτερα για να αντιμετωπισθούν οι άμεσες απειλές, αλλά και για να προωθηθεί από το Συμβούλιο Ασφαλείας πορεία που να οδηγήσει σε λύση του Κυπριακού με ένα ικανοποιητικό σύγχρονο πλαίσιο εγγυήσεων της λύσης. Εκεί που παρουσιάζεται έλλειψη δημιουργικής και ωφέλιμης πολιτικής είναι στην αξιοποίηση της ιδιότητας της Κύπρου ως μέλος της Ε.Ε. Από μόνη της η επιδίωξη κυρώσεων ακολουθεί μονόπλευρα την «ρεαλιστική» σχολή και παρά την αποτρεπτική αξία, δεν είναι πιθανό να αποδώσει από μόνη της ούτε στήριξη στην πορεία λύσης του Κυπριακού, ούτε να οδηγήσει σε συνολική λύση του τουρκικού προβλήματος.

Ένα συνολικό πλαίσιο σχέσεων Ε.Ε. με Άγκυρα

Επιβάλλεται, όπως προβλέπει και η «ρεαλιστική» τάση σκέψης, και είναι γενικά αποδεκτό, η πολιτική ενίσχυση της Κύπρου, με τη σύζευξη των κυπριακών συμφερόντων με πιο ισχυρούς παράγοντες, εάν θα έχει πιθανότητες να αντιμετωπίσει αποτελεσματικά το τουρκικό πρόβλημα. Συγχρόνως, όπως προβλέπει η «λειτουργική» σχολή, χρειάζονται λεπτοί και λειτουργικοί χειρισμοί σχέσεων προκειμένου να οδηγηθεί ο τόπος σε λύση, επανένωση και διατήρηση μακροχρόνια της βιωσιμότητας της λύσης. Με άλλα λόγια χρειάζεται μια ολική προσέγγιση αντιμετώπισης του τουρκικού προβλήματος και λύσης του κυπριακού προβλήματος στα πλαίσια της εξέλιξης των σχέσεων Τουρκίας-Ε.Ε. Μια τέτοια προσέγγιση ίσως να είναι εφικτή με την αξιοποίηση της ιδιότητας της Κύπρου ως μέλους της Ευρωπαϊκής Ένωσης.

Ένα τέτοιο εγχείρημα δεν θα είναι εύκολο. Αυτή τη στιγμή η Ε.Ε. δεν έχει δομημένο πολιτικό πλαίσιο για τις σχέσεις της ίδιας με την Τουρκία. Η πορεία της Τουρκίας ως υποψήφιας για ένταξη έχει εκπνεύσει στην πραγματικότητα και μόνο για τους τύπους διατηρείται, αν και οι δύο πλευρές δεν το παραδέχονται, από φόβο των συνεπειών τέτοιας παραδοχής, αφού και οι δύο πλευρές αντιλαμβάνονται ότι όσο δύσκολη και να είναι η σχέση, είναι αναπόφευκτη και χρειάζεται να είναι λειτουργική. Αυτή τη στιγμή όμως οι σχέσεις είναι στην ουσία χωρίς πλαίσιο, που να προσφέρει συνολική αντιμετώπιση της Τουρκίας από την Ε.Ε., παρά μόνο επί μέρους πολιτικές αντιμετώπισης της Τουρκίας, ιδιαίτερα από τη Γαλλία και τη Γερμανία. Όσο πολύτιμες και να είναι αυτές οι παρεμβάσεις, δεν σχηματίζονται από την Ε.Ε. αλλά από τις ατομικές κυβερνήσεις, ευτυχώς με κάποιο βαθμό συνεννόησης μεταξύ τους.

Ο κίνδυνος αναβάθμισης

Το μόνο εναλλακτικό πλαίσιο που αναφέρεται είναι αυτό της Τελωνειακής Ένωσης. Εν τούτοις, αν χρησιμοποιηθεί από μόνο του, είναι πιθανό να έχει μόνο δοσοληπτικό χαρακτήρα, χωρίς να σχηματίζεται ολικό πλαίσιο σχέσεων των δύο πλευρών και υπάρχει κίνδυνος να καταλήξει σε αναβάθμιση για την Τουρκία, ενώ παραμένει άλυτο το Κυπριακό και το ζήτημα της οριοθέτησης της ΑΟΖ Ελλάδας - Τουρκίας. Διακινδυνεύεται, επίσης, να παραμείνουν άλυτα σημαντικά ζητήματα για την Ε.Ε. όπως οι επεμβάσεις της Τουρκίας στη Λιβύη, Συρία και Αφρική, η στήριξη της Τουρκίας προς το πολιτικό ισλάμ και η συνεργασία της με τη Ρωσία και το Ιράν με τρόπους που υποσκάπτουν ευρωπαϊκές πολιτικές, αλλά και άλλα ζητήματα που είναι καίριας σημασίας για την Ε.Ε. όπως το προσφυγικό ζήτημα και το θέμα της καταπολέμησης της τρομοκρατίας.

Η Κύπρος αυτή τη στιγμή, σε συνεργασία με άλλες χώρες, καλείται να αναλάβει πρωτοβουλία, ως ευρωπαϊκό κράτος, συνεισφέροντας προτάσεις πολιτικών που συμπλέκουν τα συμφέροντα της με αυτά των άλλων μελών και της Ε.Ε. ως σύνολο. Ασφαλώς, η συνεργασία που προσφέρεται σε πρώτο στάδιο είναι με την Ελλάδα, όχι μόνο για ιστορικούς λόγους, αλλά επειδή οι δύο χώρες είναι μέλη της Ε.Ε. και επειδή απειλούνται άμεσα από την Τουρκία. Οι δύο χώρες, σε διαβούλευση, και αν είναι δυνατό, συνεργασία, με τη Γαλλία και την προεδρεύουσα Γερμανία, πρέπει να στοχεύσουν στην επαναφορά ενός συνολικού πλαισίου σχέσεων με την Τουρκία, στο πλαίσιο του οποίου θα μπορούσαν να δημιουργηθούν κίνητρα και αντικίνητρα για την Τουρκία, παρόμοια με αυτά που είχαν δημιουργηθεί με το πλαίσιο του Ευρωπαϊκού Συμβουλίου του Ελσίνκι και την υποψηφιότητα της Τουρκίας για ένταξη στην Ε.Ε. Η προσφερόμενη νομική βάση είναι αυτή της δημιουργίας μιας ευρωπαϊκής στρατηγικής για την Τουρκία. Η στρατηγική αυτή θα πρέπει να υιοθετηθεί με ομοφωνία από το Ευρωπαϊκό Συμβούλιο. Για να έχει νόημα θα πρέπει να ξεκαθαριστεί ο τελικός στόχος, αν πρόκειται δηλαδή για ένταξη, τελωνειακή ένωση, ή κάποια άλλη ειδική σχέση που θα γινόταν πιο ελκυστική για την Τουρκία αν υπήρχε σύζευξη με τη μελλοντική σχέση της Βρετανίας με την Ε.Ε.

Υπάρχουν πολλά πλεονεκτήματα σε μια τέτοια προσέγγιση. Το ακριβές περιεχόμενο της στρατηγικής θα εξαρτηθεί από τον τελικό στόχο, αλλά και από τις διαπραγματεύσεις μεταξύ των χωρών μελών αλλά και τελικά με την Τουρκία. Η όλη προσέγγιση βασίζεται και στην αποτροπή με την έννοια ότι θα καλούσε μίαν ισχυρή Ε.Ε. να διαπραγματευτεί ως ενιαία οντότητα με ένα δύσκολο γείτονα που απειλεί τα σύνορα της, αλλά και στην «λειτουργική» έννοια του κέρδους για όλους εάν εφαρμοστεί ένα συλλογικό πλαίσιο σχέσεων ως τελικό αποτέλεσμα. Οι ευρωπαϊκές συνθήκες διευκολύνουν μια τέτοια στρατηγική, αφού προνοούν ότι μια και αποφασιστεί η στρατηγική, οι επί μέρους αποφάσεις για την υλοποίηση της μπορούν να λαμβάνονται με σταθμισμένη πλειοψηφία.

Όταν χρησιμοποιήθηκε συνολική προσέγγιση με την «στρατηγική του Ελσίνκι» σημειώθηκε μετάβαση από την Τουρκία των «αντιδράσεων άνευ ορίων» σε μια κατάσταση που πλησίασε τη λύση του προβλήματος της ΑΟΖ στο Αιγαίο, και στη λύση του Κυπριακού, ενώ επιτεύχθηκε η ένταξη της Κύπρου στην Ε.Ε. Μια τέτοια πορεία θα ενίσχυε την κυριαρχία της Ε.Ε. και τη δυνατότητα της να προβάλλει τη συλλογική της ισχύ. Θα διασφάλιζε και τη δυνατότητα των κρατών μελών της να περιφρουρούν τα συμφέροντά τους, αφού οι αποφάσεις θα λαμβάνονταν θεσμικά και όχι με προς τούτο διακρατικές διευθετήσεις. Για την Κύπρο, πέραν της συλλογικής αντιμετώπισης της Τουρκίας, θα διασφάλιζε και το ότι οποιαδήποτε «πακετοποίηση» θα γινόταν με τη συμμετοχή και της Κύπρου.

Όσον αφορά στην πορεία των σχέσεων Τουρκίας-Ε.Ε. θα ήταν δυνατό να δημιουργηθεί ένας οδικός χάρτης που θα συνέδεε τις επιδιώξεις των πλευρών. Για την Ε.Ε. ζητούμενα θα ήταν η λύση του Κυπριακού, η οριοθέτηση ΑΟΖ στο Αιγαίο και συμφωνίας ΑΟΖ με την Κύπρο, αλλά και θεμάτων του προσφυγικού και των μεταναστευτικών ροών. Για την τουρκική πλευρά θα καθοριζόταν η μορφή και ο βαθμός πρόσβασης στην κρίσιμης σημασίας για την ίδια ευρωπαϊκή αγορά, θέματα διακίνησης και θεωρήσεων διαβατηρίων, και ενδεχόμενη συμμετοχή σε άλλες ευρωπαϊκές συνεργασίες.

Ο Μιχάλης Ατταλίδης είναι πρώην διπλωμάτης και πανεπιστημιακός 

 

ΣΧΕΤΙΚΑ TAGS

ΑΛΛΕΣ ΕΙΔΗΣΕΙΣ ΚΑΤΗΓΟΡΙΑΣ

ΑΛΛΕΣ ΚΑΤΗΓΟΡΙΕΣ