ΚΛΕΙΣΙΜΟ
Loading...
 
 
ΒΙΒΛΙΟ

«Κατάστοιχων ίδιον του οσπιτίου μου»

Του Απόστολου Κουρουπάκη

Του Απόστολου Κουρουπάκη

kouroupakisa@kathimerini.com.cy

Μέσα από 35 σελίδες η Ευφροσύνη Ριζοπούλου - Ηγουμενιδου φέρνει στο φως ένα κομμάτι της οθωμανικής μας ιστορίας

ΕΥΦΡΟΣΥΝΗ ΡΙΖΟΠΟΥΛΟΥ - ΗΓΟΥΜΕΝΙΔΟΥ
«Κατάστιχον περιουσίας του Δραγουμάνου της Κύπρου
Χατζηγεωργάκη Κορνέσιου. Συμβολή στην έρευνα
του υλικού, κοινωνικού και πνευματικού βίου
της Κύπρου κατά τον 18ο και αρχές του 19ου αιώνα».
εκδ. Ίδρυμα Αναστάσιος Γ. Λεβέντης, Λευκωσία 2020, σελ. 629

Ο Χατζηγεωργάκης Κορνέσιος είναι μία από τις πλέον γνωστές προσωπικότητες της Κύπρου της οθωμανικής περιόδου. Δραγουμάνος της Κύπρου για τρεις δεκαετίες, ισχυρό πρόσωπο, λοιπόν, που είχε συγκεντρώσει τεράστια προσωπική περιουσία, και έως το τέλος της ζωής του στην Κωνσταντινούπολη, το 1809, διαδραμάτισε σημαίνοντα ρόλο σε όλα τα επίπεδα. Το πρόσωπό του και οι δραστηριότητές του απασχολούν και σήμερα τους ιστορικούς και εκδόσεις όπως αυτή του Ιδρύματος Αναστάσιος Γ. Λεβέντης «Κατάστιχον περιουσίας του Δραγουμάνου της Κύπρου Χατζηγεωργάκη Κορνέσιου» από την Ευφροσύνη Ριζοπούλου - Ηγουμενίδου αποκτούν τη δική τους σημασία. Σε έναν στιβαρό και πολύ πλούσιο τόμο η καθηγήτρια Ευφροσύνη Ριζοπούλου - Ηγουμενίδου μελετάει διεξοδικά το κατάστιχο, και παρουσιάζεται η ιστορία όχι μόνο ενός ισχυρού άνδρα και της οικογένειάς του, αλλά μια ολόκληρη εποχή που άφησε ανεξίτηλο το αποτύπωμά της στα κυπριακά πράγματα για πολλές δεκαετίες μετά το τέλος του γενάρχη της. Εκτός από το κατάστιχο, που είναι το βασικό στοιχείο της έκδοσης, στον τόμο υπάρχουν και τρία κεφάλαια, τα «Η Οθωμανική Αυτοκρατορία κατά τον 18ο και τις αρχές του 19ου αιώνα», «Η Κύπρος κατά τον 18ο αιώνα και τις αρχές του 19ου αιώνα», και το «Ο Δραγομάνος Χατζηγεωργάκης Κορνέσιος». Τα κεφάλαια αυτά εισάγουν τρόπον τινά τον αναγνώστη στον κόσμο του καταστίχου, ώστε να αντιληφθεί επαρκώς τα πώς και τα γιατί που προκύπτουν από τη μελέτη του.

Το κατάστιχο

Ευφροσύνη Ριζοπούλου - Ηγουμενίδου αφιερώνει 220 σελίδες ερμηνεύοντας αναλυτικά όσα αναφέρονται στο κατάστιχο, το οποίο όχι μόνο έχει γραφτεί στην ιδιάζουσα γλώσσα τής εποχής του Χατζηγεωργάκη

«Κατάστοιχων ίδιον του οσπιτίου μου εις το οποίον περιγράφω τα κύρια εισοδήματά μου οπού απόκτισα θεία δηνάμη ομοίος και κάθε άλλον ανίκον εις εμέ μόνον. ο χ΄΄: γεωργάκης Δραγομάνος». Έτσι επιγράφεται το σπουδαίο από κάθε άποψη χειρόγραφο κατάστιχο της περιουσίας του δραγουμάνου της Κύπρου Χατζηγεωργάκη Κορνέσιου.

Στον τόμο εκδίδεται διπλωματικά το κατάστιχο του δραγομάνου, το οποίο αποτελείται από 31 φύλλα, στο οποίο καταγράφεται η κύρια περιουσία του ή όπως το επιγράφει ο ίδιος το 1794, οπότε και το καταστρώνει, ο οποίος τη χρονιά που σύντασσε τον κώδικα κατείχε το σπουδαίο αξίωμα του δραγομάνου ήδη από το 1776.

Βέβαια, όπως σημειώνει η συγγραφέας, το περιεχόμενο του καταστίχου, αν και καθορίζεται από τον πρώτο ιδιοκτήτη του, στη συνέχεια αλλάζει κατά κάποιο τρόπο χαρακτήρα, αφού μετά τον θάνατο του Κορνέσιου, ο πρωτότοκος γιος του συνεχίζει τις καταγραφές. Το χρονικό εύρος των καταγραφών είναι από το 1794 έως το 1822, το οποίο χωρίζεται σε δύο μέρη, το πρώτο με κόκκινη μελάνη, γραμμένο από τον ίδιο τον Χατζηγεωργάκη και το δεύτερο με μαύρη μελάνη από τον πρωτότοκο γιο του Χριστόδουλο. Όπως τονίζει η συγγραφέας τα δύο μέρη του καταστίχου αποπνέουν μια διαφορετική εντελώς αίσθηση, στο μεν πρώτο φαίνεται η ηρεμία και η σταθερότητα του συντάκτη, με επεξηγήσεις, όπου κρίθηκε απαραίτητο, ενώ το δεύτερο ενώ συνεχίζει την περιουσιακή καταγραφή, ξαφνικά η ανατροπή του 1816, όταν η οικογένεια μετακομίζει στην Κωνσταντινούπολη, φαίνεται ξεκάθαρα. Στο κατάστιχο, λοιπόν, περιλαμβάνεται, εκτός από τις γητειές, τους αστρολογικούς πίνακες, και τη «γενεαλογία» των Κορνέσιων, στα πρώτα φύλλα, κατάλογος σπιτιών, καταστημάτων, χωραφιών, ακόμη και πλοίων, όλα ιδιοκτησία του Χατζηγεωργάκη Κορνέσιου. Στο κατάστιχο περιλαμβάνονται επίσης κατάλογοι βιβλίων, ιερών σκευών και αμφίων, καθώς και ο λογαριασμός με τον «Κοινόν» του 1810.

Το «Κατάστιχον περιουσίας του Δραγουμάνου της Κύπρου Χατζηγεωργάκη Κορνέσιου» παρέμεινε στα χέρια της οικογένειας, ακόμη και όταν αυτή βρέθηκε στην Κωνσταντινούπολη μετά τα γεγονότα του 1804

Η πληθώρα των πληροφοριών που περικλείονται στις 630 παρά μία σελίδες του τόμου είναι πάρα πολλές, και εμπλουτίζουν τις γνώσεις μας σε πάρα πολλά επίπεδα, επιτρέποντας στον μελετητή και στη μελετήτρια να προχωρήσει την έρευνα πολλά επίπεδα παραπέρα. Η Ευφροσύνη Ριζοπούλου - Ηγουμενίδου αφιερώνει 220 σελίδες ερμηνεύοντας αναλυτικά όσα αναφέρονται στο κατάστιχο, το οποίο όχι μόνο έχει γραφτεί στην ιδιάζουσα γλώσσα τής εποχής του Χατζηγεωργάκη, περιλαμβάνει και πολλές πληροφορίες, αρκετές δυσνόητες λέξεις για τον σημερινό αναγνώστη, καθώς και αρκετά ονόματα περιοχών και ανθρώπων. Για παράδειγμα: «ο μίλος πετενάτζη»: πρόκειται για τον μύλο Πετονάτζι ή Πετονάκι, ο οποίος βρίσκεται στα ΒΑ του Νέου Χωρίου Κυθρέας, ένας από τους πολύ παλαιούς νερόμυλους της περιοχής, αν και ίσως ένας από τους πιο αδύναμους, και έτσι εξηγείται και το χαμηλό ενοίκιο που σημειώνει ο Χατζηγεωργάκης, που είναι 22 γρόσια, σε αντίθεση με τα 166 του μύλου Γιατρού ή τα 83 του Κορόμιλου, όλοι στην περιοχή της Κυθρέας. Ένα ακόμη παράδειγμα είναι: «2: μαξηλαράκια από τζητζεκλίν.», που σημαίνει: δύο μαξιλαράκια ντυμένα με ανθοστόλιστο, σταμπωτό ή κεντημένο (τουρκ. cicekli), ένας όρος που επιζεί σε κυπριακά άσματα «φορεί ζιμπούνιν τσιτσεκλίν, ρουτζέττιν μολοχένον». Ένα ακόμη είναι το: «το ήμησυ σαϊττιάς ρορέττη», το οποίο αναφέρεται στο πλοίο τύπου σαϊττιά και που είναι το ένα από τα πέντε που ανήκουν στον δραγομάνο. Το συγκεκριμένο το κατέχουν εξ ημισείας με τον καπετάνιο του Ρορέττη. Το κατάστιχο του Χατζηγεωργάκη Κορνέσιου αποτελεί μία εξαιρετική πηγή πληροφοριών για την επίπλωση του αρχοντικού, ο κατάλογος κοσμημάτων και ενδυμάτων επίσης φωτίζουν τον υλικό, τον κοινωνικό και φυσικά τον οικονομικό βίο του τέλους του 18ου αιώνα και των αρχών του 19ου αιώνα. Διαβάζουμε π.χ. φύλλο 20v: 1. ζευγάρι πούκλαις βενετίας χρυσαίς με μαργαριτάρια. 1. κερτανέν παραχρυσωμένον. Ενώ στο φύλλο 14r: η πάνω σάλα τοσετισμένη με μηντέρια, μακκάτια τζοχήτικα, μαξιλάραις κατιφέναις και 3: ορολόγια σαντούρια και 2: κουάτρα και οκτώ λουμνιέραις.

Η συγγραφέας μέσα από μεγάλη έρευνα και αφού έχει αναλύσει και μελετήσει εξαντλητικά το κατάστιχο του Χατζηγεωργάκη προχωράει σε μια συνολικότερη παρουσίαση της εικόνας της ελίτ της εποχής, της οποίας ηγείτο ο Χατζηγεωργάκης Κορνέσιος. Η ανάλυση που γίνεται με βάσει τα γραφόμενα στο κατάστιχο είναι απολύτως απαραίτητη, ώστε ο αναγνώστης να αντιληφθεί την πολυεπίπεδη αξία της κάθε λέξης του καταστίχου. Η συγγραφέας σημειώνει χαρακτηριστικά: «Το Κατάστιχο καθρεφτίζει την ανώτερη κοινωνική τάξη της εποχής του […] Η εικόνα αυτή αφορά πρωταρχικά το επίπεδο και τον τρόπο ζωής των αρχόντων της Λευκωσίας, αλλά και της Κύπρου γενικότερα […]. Η συγγραφέας, η ομότιμη καθηγήτρια Ευφροσύνη Ηγουμενίδου – Ριζοπούλου, ρίχνει φως στην ιστορία της Κύπρου της οθωμανικής περιόδου, σε μια πολύ ταραγμένη εποχή, λίγα χρόνια πριν από το 1821, αξιοποιώντας με εξαιρετικό τρόπο 35 σελίδες ενός χειρογράφου, που μπορεί να αντανακλά τον τρόπο ζωής μιας ελίτ, αλλά ουσιαστικά παρουσιάζει τον χωρο-χρόνο της Κύπρου. Τέτοιου είδους εργασίες είναι πολλαπλώς χρήσιμες και η επιστημονική συνεισφορά της Ηγουμενίδου - Ριζοπούλου με την παρούσα έκδοση του ιδρύματος Αναστάσιος Γ. Λεβέντης είναι ανεκτίμητη, αφού ένα σημαντικό ιστορικό τεκμήριο έρχεται στο φως προς χρήση ειδικών επιστημόνων, αλλά και του φιλίστορος κοινού.

Το αρχοντικό Χατζηγεωργάκη

Το κατάστιχο του Χατζηγεωργάκη Κορνέσιου αξιοποιήθηκε και για την αποκατάσταση του αρχοντικού του δραγομάνου στη Λευκωσία, το οποίο είχε ανεγερθεί στη θέση παλαιότερης οικίας της οικογένειας των Ποδοκάταρων. Οι περιγραφές της επίπλωσης των χώρων του κονατζιού στο κατάστιχο ήταν η μοναδική πηγή πληροφοριών για την εσωτερική διαμόρφωση του κτηρίου. Η αποκατάσταση του κτηρίου άρχισε το 1981 από το Τμήμα Αρχαιοτήτων και οι εργασίες διήρκησαν μέχρι το 1987, οπότε και ξεκίνησε η λειτουργία του ως Εθνολογικού Μουσείου. Μέρος της Οικίας παραχωρήθηκε διά δωρεάς στην Αρχιεπισκοπή (δωρήτριες της οικίας ήταν η Ιουλία Πική και η αδελφή της, Άννας Δημητριάδη), ενώ το ισόγειο και η δυτική πλευρά αγοράστηκαν από το κράτος, το 1949 και το 1952 αντίστοιχα. Επίσης, για τη συντήρηση των επίπλων στις αρχές της δεκαετίας του 1980 πληρώθηκαν 15.085 λίρες με την Κυπριακή Δημοκρατία να δίνει τις 11.890. Φυσικά, η Δημοκρατία και ο Δήμος Λευκωσίας συνεισέφεραν και στην ανακαίνιση της πτέρυγας που δωρήθηκε στην Εκκλησία.

 

ΣΧΕΤΙΚΑ TAGS

ΑΛΛΕΣ ΕΙΔΗΣΕΙΣ ΚΑΤΗΓΟΡΙΑΣ

ΑΛΛΕΣ ΚΑΤΗΓΟΡΙΕΣ