ΚΛΕΙΣΙΜΟ
Loading...
 

«Με το ’να χέρι στον ταμπουρά και τ’ άλλο στην τρομπέτα»

Δύση και Ανατολή στο έργο του Γιάννη Μαρκόπουλου

Του ΓΙΩΡΓΟΥ ΚΑΛΟΓΗΡΟΥ


Όταν
 λέμε τη λέξη «Συνθέτης» στη μουσική εννοούμε αυτόν που συνθέτει ήχους, μελωδίες, δημιουργώντας ένα νέο μουσικό σώμα, αποτελούμενο από άλλα μέλη αρμονικά δεμένα, αν και πολλές φορές τα επιμέρους μέλη είναι μορφολογικά ετερόκλιτα. Στην περίπτωση του Γιάννη Μαρκόπουλου ο ορισμός αυτός διαφαίνεται σε όλο του σχεδόν το έργο. Με τη θέση «Επιστροφή στις ρίζες», ο Γιάννης Μαρκόπουλος μάς έδειξε πόσο όμορφα παντρεύονται Ανατολή και Δύση στο έργο του κι ας αναρωτιέται στο τραγούδι «Κόσμας» στις «Σειρήνες» του 1983 σε στίχους Κ.Χ. Μύρη: «Τι τραγούδι να πεις με το ’να χέρι στον ταμπουρά και τ’ άλλο στην τρομπέτα;». Η ίδια η Ελλάδα άλλωστε είναι μια σύνθεση Ανατολής και Δύσης, σε πείσμα αυτών που τη φαντασιώνονται να ανήκει είτε μόνο στην Ανατολή, είτε μόνο στη Δύση. Κι αυτό είναι ηλίου φαεινότερο, όταν αναλογιστεί κανείς το πόσα διαφορετικά ηχοχρώματα μπορεί να ακούσει σε ένα τόσο μικρό –σε σύγκριση με άλλες αχανείς χώρες– τόπο αν τον ταξιδέψει από τον Έβρο μέχρι τη Γαύδο.

Αυτό το κράμα χαρακτηρίζει και το έργο του μεγάλου αυτού συνθέτη είτε μελωδικά, είτε στιχουργικά – ποιητικά, βγάζοντας την Ελλάδα από την ομφαλοσκόπησή της και βάζοντάς την σ’ ένα ευρύτερο μουσικό ευρωπαϊκό στερέωμα, χωρίς να χάνει το ίδιο το έργο την ταυτότητά του. Στο σημείωμα αυτό θα αναφερθούμε μόνο στους κύκλους τραγουδιών κυρίως της δεκαετίας του ’70 που η θέση «επιστροφή στις ρίζες» είναι εξάπαντος εμφανής. Στόχος αυτού του σημειώματος δεν είναι η παρουσίαση και ανάλυση του έργου του Γιάννη Μαρκόπουλου. Το έργο του είναι τεράστιο, πολύπλευρο και χρήζει ενδελεχούς μουσικολογικής έρευνας. Εάν ομαδοποιήσουμε όμως την εργογραφία τού συνθέτη σε Κύκλους τραγουδιών, λόγια δημιουργία και μουσική κινηματογράφου - θεάτρου, η θέση «επιστροφή στις ρίζες» διαπνέει και τις τρεις αυτές ομάδες με ιδιαίτερο τρόπο στην καθεμιά. Συμβαδίζει αυτό και με την ελληνοκεντρικότητα της γενιάς του ’30 στη λογοτεχνία και την τέχνη.

Κύκλοι τραγουδιών

Το 1963 ο Γιάννης Μαρκόπουλος ηχογραφεί το πρώτο του έργο με τίτλο «Θησέας», μουσική και τραγούδια για ένα χορόδραμα για το περίφημο χοροθέατρο της Ραλλούς Μάνου σε στίχους Δημήτρη Χριστοδούλου. Από αυτό το πρώτο του έργο ο συνθέτης βάζει τη σφραγίδα του για το τι θα ακολουθήσει ενορχηστρωτικά στα επόμενα έργα του. Το σαντούρι, η λύρα συνυπάρχουν αρμονικότατα με τα «δυτικά» όργανα όπως τα χάλκινα πνευστά, η κλασσική κιθάρα, το πιάνο κ.ά. Στους κύκλους τραγουδιών (που αποτελούν και το μεγαλύτερο μέρος της εργογραφίας του), ιδιαιτέρως στα έργα που γράφτηκαν από τα τέλη της δεκαετίας του ’60 μέχρι τα τέλη της δεκαετίας του ’70 έχουμε μια απίστευτη ηχοχρωματική παλέτα. Πολυρυθμικά σχήματα ή παραδοσιακοί ρυθμοί (ηπειρώτικοι «στα τρία», τσάμικα, κρητικά συρτά, Μαλεβιζιώτη, σούστες κ.ά.), λαϊκοί ρυθμοί (ζεϊμπέκικα, 9/8, 5/8, χασάπικα) εναλλάσσονται μεταξύ τους και συνυπάρχουν με δυτικού τύπου απλά ρυθμικά σχήματα. Οι μελωδίες των τραγουδιών άλλοτε σε ύφος μπαλάντας, πολλές φορές ως άριες, και άλλοτε δωρικές, εμφανώς επηρεασμένες από τη δημοτική και βυζαντινή μουσική. Τραγούδια μακρόσυρτα σε μορφή τροπαρίων (έτσι τα ονομάζει και ο ίδιος ο συνθέτης όπως π.χ. «Ο Στράτης Θαλασσινός ανάμεσα στους αγάπανθους» το ονομάζει «Άσκηση Τροπαρίου»). Το ίδιο και τα χορωδιακά μέρη των τραγουδιών. Ενώ ακούμε τετράφωνες εναρμονίσεις είναι με τέτοιο τρόπο «κεντημένες» οι μελωδικές γραμμές που γίνονται ισοκρατήματα και μετά πάλι επιστρέφουν στη δυτική αρμονία. Εκπληκτικό παράδειγμα τέτοιας μαστοριάς το χορωδιακό «Ο τόπος μας είναι κλειστός» σε ποίηση Γιώργου Σεφέρη από το έργο Ο Στράτης Θαλασσινός ανάμεσα στους αγάπανθους (1973).

Ενορχηστρωτικά η ηχοχρωματική παλέτα είναι ακόμα πιο πλούσια. Το πιάνο συνυπάρχει με το σαντούρι, την κλασική κιθάρα, το όμποε με το παραδοσιακό κλαρίνο του Τάσου Χαλκιά (Ελεύθεροι Πολιορκημένοι), το κανονάκι, η ποντιακή λύρα, η κρητική λύρα και το κρητικό λαούτο με το τρομπόνι, την τρομπέτα, το φλάουτο και το κλασικό βιολί. Στα κρουστά εναλλάσσονται τα κλασικά τυμπάνια με αυτοσχέδια κρουστά από ξύλα, πέτρες κ.ά. Στους ερμηνευτές ο συνθέτης κάνει τους ίδιους συνδυασμούς. Πάντα έχει στους κύκλους τραγουδιών φωνές παραδοσιακής χροιάς (Ξυλούρης, Γαργανουράκης, Χαλκιάς, Κλωναρίδης) που εναλλάσσονται με φωνές δυτικής χροιάς (Δημητριάδη, Τσανακλίδου, Σπυράτου, κ.ά.) Η Βασιλική Λαβίνα είναι ο άριστος συνδυασμός και των δύο χροιών! Ενδεικτικά έργα για τις πιο πάνω διαπιστώσεις: «Ήλιος ο Πρώτος» (ποίηση Οδυσσέα Ελύτη, 1969), «Χρονικό» (ποίηση Κ.Χ. Μύρη,1970), «Ριζίτικα» (παραδοσιακά τραγούδια της Κρήτης, 1971 – βραβείο Γαλλικής Ραδιοφωνίας), «Ιθαγένεια» (ποίηση Κ.Χ. Μύρη, 1972), «Ο Στράτης Θαλασσινός ανάμεσα στους αγάπανθους» (ποίηση Γιώργου Σεφέρη, 1973), «Θητεία» (ποίηση Μάνου Ελευθερίου, 1974), «Θεσσαλικός Κύκλος» (ποίηση Κώστα Βίρβου, 1974), «Οροπέδιο» (ποίηση Μιχάλη Κατσαρού,1976), «Ελεύθεροι Πολιορκημένοι» (ποίηση Διονυσίου Σολωμού, 1977).  

Η ελληνική παράδοση

Ο Γιάννης Μαρκόπουλος «δίδαξε» στους νεότερους συνθέτες με τη στάση του αυτή απέναντι στην ελληνική παράδοση, το πώς η παράδοση δεν είναι κάτι στατικό, μουσειακό, φολκλόρ και αδιαπραγμάτευτο, αλλά μια συνεχής αναδημιουργία που είναι τω όντι παρούσα στο σήμερα χωρίς να αποκόπτεται ή να κουβαλά αμήχανα το παρελθόν της σαν βαρίδι ή βραχνά. Από τη δεκαετία του ’80 και μετά ο συνθέτης ακολουθεί τον ήχο της κάθε εποχής και προσθέτει πάντα την πινελιά της παράδοσης τόσο αρμονικά και λειτουργικά με οποιοδήποτε τρόπο, κρατώντας τον νέο ακροατή ή συνθέτη σε ένα διάλογο με αυτήν κι όχι σε μια υποταγή του ενός στον άλλο. Ενδεικτικά αναφέρουμε: «Σεργιάνι στον κόσμο» (1979), «Ορίζοντες» (1981), «Παράθυρο στη Μεσόγειο» (1983), «Σειρήνες» (ποίηση Κ.Χ. Μύρη, 1983), «Του σίδερου και του νερού» (στίχοι Δημήτρη Χριστοδούλου, 1984), «Ρεπορτάζ» (1985), «Τολμηρή επικοινωνία» (1987), «Φίλοι που φεύγουν» (1991), «Αθέατος σφυγμός» (1997) κ.ά.

Θεμέλιο σ’ όλη αυτή τη δημιουργία, ο Λόγος (με κεφαλαίο) των μεγάλων ποιητών. Στο έργο του Γιάννη Μαρκόπουλου τους συναντάς όλους. Αιώνιοι ποιητές είτε του παρελθόντος, είτε του σήμερα. Άσημοι και διάσημοι. Ποιητές όμως. Γιατί το ευαγγελικό «Εν αρχή ην ο Λόγος…» εννοεί και τον λόγο ως έκφραση αλλά και τον λόγο ως λόγο ύπαρξης των πάντων.

Μέσα από το έργο του Γιάννη Μαρκόπουλου (ως συνέχεια των δύο μεγάλων Θεοδωράκη-Χατζιδάκι) μάθαμε να διαβάζουμε τους ποιητές μας, να ακούμε τη μουσική μας, να νιώθουμε το ποιοι είμαστε και πού πάμε, τι κουβαλάμε και τι δίνουμε στους επόμενους χωρίς αυτός ο πολιτισμός κι αυτή η παράδοση να μας είναι βαρίδι, τυφλοσούρτης ή βραχνάς, αλλά μια συνεχής αναδημιουργία στο κάθε σήμερα.

ΣΧΟΛΙΑΣΤΕ

Μουσική: Τελευταία Ενημέρωση