ΚΛΕΙΣΙΜΟ
Loading...
 
 
ΜΟΥΣΙΚΗ

Ενα σάουντρακ για μια ιστορία κόμικς

Kathimerini.gr

Ο Μπάρνεϊ Γουίλεν και η τζαζική «Θλιμμένη Νότα» του, σύμβολο του μεταπολεμικού φλερτ της Αμερικής με τη Γαλλία

ΤΟΥ ΔΗΜΗΤΡΗ ΚΑΡΑΪΣΚΟΥ

Δυτικό Βερολίνο, καλοκαίρι του 1989. Στους δρόμους μπορεί κανείς να αφουγκραστεί τον ήχο της επερχόμενης παγκοσμιοποίησης: κάτω από τον καυτό ήλιο αντηχεί ένα μείγμα από αμερικανικές και γερμανικές ομιλίες και ένας αρμονικός συρφετός από ήχους του κόσμου που ξεχύνεται από τα παζάρια μεταχειρισμένων δίσκων. Εκεί μπορείς να βρεις από bootleg με συναυλίες που έδωσαν οι Smiths στην Ισπανία και παλιά γιαπωνέζικα σάουντρακ έως προπολεμικούς δίσκους γραμμοφώνου με αμερικανικά μπλουζ. Οι προθήκες των βινυλίων και τα χέρια που τις σκανάρουν, χέρια μουσικόφιλων απ’ όλο τον πλανήτη, είναι, αυτή τη ζεστή αυγουστιάτικη μέρα, μια προοικονομία για το πέσιμο του Τείχους που χώριζε Δύση κι Ανατολή – του Τείχους που θα έπεφτε μόλις τρεις μήνες μετά.

Σε αυτά τα δισκάδικα, τα δικά μου χέρια, φερμένα από την γκρίζα αλλά συναρπαστική πολιτισμικά Αθήνα της εποχής (μια Αθήνα που έχει ήδη στρέψει τις κεραίες της με λαχτάρα προς όλο τον πλανήτη), ανακαλύπτουν με έκπληξη ένα άλλο ψήγμα πρώιμης παγκοσμιοποίησης: ένα δίσκο όπου ένας Γαλλοαμερικανός σαξοφωνίστας, o Μπάρνεϊ Γουίλεν, παίζει μαζί με μια διεθνή μπάντα ένα κλασικό ανθολόγιο της τζαζ, επενδύοντας μουσικά ένα πρώιμο «graphic novel» – μια γαλλική ιστορία κόμικς που είχαμε μόλις μάθει στην Ελλάδα από τη θρυλική «Βαβέλ», το περιοδικό που μας έμπασε στην κουλτούρα της «ένατης τέχνης» τη δεκαετία του ’80.

Εμοιαζε απίστευτο: ένα σάουντρακ για μια ιστορία κόμικς – μια μοναδική πρωτοτυπία. Η αγορά αυτού του ασυνήθιστου δίσκου έγινε για εμένα η απαρχή ενός πολύχρονου μαθήματος πάνω σε μια μουσική γλώσσα που, με τη σειρά της, μπορεί κανείς να πει πως αποτελεί μια από τις πρώτες προοικονομίες παγκοσμιοποιημένου πολιτισμού: η τζαζ δεν ήταν τίποτε άλλο παρά το παιδί που γέννησε το πάντρεμα της Αφρικής και της Ευρώπης στο έδαφος της Αμερικής.

Ο Μπάρνεϊ Γουίλεν (Bernard Jean Wilen) ήταν το σύμβολο του μεταπολεμικού φλερτ της Αμερικής με τη Γαλλία αλλά και της γαλλικής πρωτεύουσας ως ευρωπαϊκού κέντρου της τζαζ. Γεννημένος το 1937 στη Νότια Γαλλία, στη Νίκαια, από Αμερικανό πατέρα και Γαλλίδα μητέρα, δραπετεύει από τον πόλεμο μαζί τους, τριών ετών, για την Αμερική. Εκεί, ο θείος του τού κάνει δώρο ένα τενόρο σαξόφωνο. Εξι χρόνια μετά, έχει γυρίσει με τους γονείς του στη Γαλλία και μέχρι να γίνει έφηβος είναι ήδη ένας μικρός βιρτουόζος του σαξοφώνου. Κι όμως, προοριζόταν από την οικογένειά του για δικηγόρος. Προτού μπει στο πανεπιστήμιο, φεύγει για το Παρίσι αναζητώντας εκεί καριέρα μουσικού, αλλά αναγκάζεται να γυρίσει στη Νίκαια για να ξεκινήσει τις σπουδές του. Βλέποντας πως αγαπούσε περισσότερο την τζαζ παρά τη Νομική, οι γονείς του κατάσχουν το σαξόφωνό του. Αρνούμενος τελικά τη γονεϊκή ηγεμονία, επιστρέφει στο Παρίσι για να ακολουθήσει το πάθος του για τη μουσική. Στα τέλη του ’50 παίζει στο θρυλικό Club St. Germain του Μπορίς Βιάν, έρχεται σε επαφή με ιερά τέρατα της τζαζ από την Ευρώπη και την Αμερική και φτιάχνει έναν ήχο που θυμίζει αυτόν του γίγαντα Λέστερ Γιανγκ. Το 1957, ένας άλλος γίγαντας της τζαζ, ο Μάιλς Ντέιβις, γράφει τη μουσική της ταινίας «Ασανσέρ για δολοφόνους», της πρώτης του Λουί Μαλ – και τον καλεί, μόλις είκοσι ετών τότε, να συμμετάσχει στην ηχογράφηση. Εκείνη την εποχή ο Μπάρνεϊ μεσουρανούσε – κέρδισε το βραβείο Django Reinhardt, ηχογράφησε δικούς του δίσκους, έγραψε ένα μουσικό θέμα για την ταινία του Εντουάρ Μολιναρό «Un temoin dans la ville» και το 1960 συμμετείχε στην ηχογράφηση του μουσικού θέματος των «Επικίνδυνων σχέσεων» του Ροζέ Βαντίμ, δίπλα στον μεγάλο ντράμερ της τζαζ Αρτ Μπλέικι.

Στην ηχογράφηση αυτή λάμπει ξεκάθαρα η ερμηνεία του στο «A prelude in blue» – ίσως η πιο συγκινητική στιγμή στην ιστορία του σοπράνο σαξοφώνου. Το άστρο του νεαρού Μπάρνεϊ έλαμψε δυνατά εκείνη την «bebop» περίοδο του Παρισιού του τέλους του ’50 και αρχών του ’60, αλλά σιγά σιγά, προς το τέλος της δεκαετίας, είχε αφήσει μακριά μαλλιά, είχε μπει στον χώρο της free jazz και, με την τότε σύντροφό του Caroline de Bendern, μοντέλο από την Αγγλία, έφυγε για την Αφρική, όπου περιπλανώμενος μαζί της μέσα σε ένα Land Rover επί μήνες, πέρασε από το Μαρόκο, την Αλγερία, το Μάλι, τη Σενεγάλη και τη Νιγηρία, παίζοντας και ηχογραφώντας με ντόπιους μουσικούς. Οταν γύρισε στην έδρα του στην Κυανή Ακτή, εξαφανίστηκε για χρόνια, για να εμφανιστεί ξανά το 1987.

Στα τέλη της δεκαετίας του ’80, η λαϊκή κουλτούρα έμοιαζε να επιστρέφει στην αισθητική του ’50 και να ερωτοτροπεί με τις εικόνες του ροκ εν ρολ και της τζαζ. Ο Μπερνάρ Ταβερνιέ σκηνοθέτησε εκείνη την εποχή το «Γύρω από τα μεσάνυχτα», όπου ο γίγαντας της τζαζ Ντέξτερ Γκόρντον πρωταγωνιστούσε σε μια ταινία μυθοπλασίας βασισμένη στη ζωή άλλων γιγάντων της τζαζ, του Λέστερ Γιανγκ και του Μπαντ Πάουελ – και, με πολύ παρόμοιο τρόπο, ένας Γάλλος δημοσιογράφος, ο Φιλίπ Παρινγκό, ταλαντούχος γραφιάς μουσικής και διευθυντής του μουσικού περιοδικού Rock & Folk, έγραψε μια ιστορία με πρωταγωνιστή τον Μπάρνεϊ Γουίλεν, εμπνευσμένη από τη ζωή του ιδίου αλλά και άλλων μουσικών. Πρότεινε το σενάριο στον μάστορα της ακουαρέλας, τον σχεδιαστή κόμικς Ζακ ντε Λουστάλ, κι αυτός δέχτηκε. Οπως είχε πει χαρακτηριστικά: «Είχα μια αρκετά γενική εικόνα για την προσωπικότητα και το παρουσιαστικό αυτού του χαρακτήρα, που ήταν κάποιου είδους απρόβλεπτος δανδής, ένας εύθραυστος τύπος με γυαλιά. Εδωσα στον Λουστάλ φωτογραφίες του Μπιλ Εβανς, του Μπάντι Χόλι, του Πολ Ντέσμοντ και του… Μπάρνεϊ Γουίλεν. Ο τελικός χαρακτήρας ήταν ένας συνδυασμός από όλους αυτούς».

Ο Γουίλεν «…ήρθε από το πουθενά. Ο,τι έβλεπε, το ήθελε. Ο,τι αποκτούσε, τον απογοήτευε. Μουσική, γυναίκες, ναρκωτικά, Παρίσι, Νέα Υόρκη, Χόλιγουντ – τα έζησε όλα, ψάχνοντας απελπισμένα μέσα τους κάτι για να καλύψει το κενό μέσα του. Στο τέλος, τα πρόδωσε όλα…».

Το ντεμπούτο

Η ιστορία που σκάρωσαν αυτοί οι δύο φοβεροί Γάλλοι ονομάστηκε «Ο Μπάρνεϊ και η Θλιμμένη Νότα» και κυκλοφόρησε σε συνέχειες στο γαλλικό περιοδικό À Suivre. Το ντεμπούτο έγινε στο τεύχος αρ. 94, τον Νοέμβριο του 1985. Στην Ελλάδα, η ομάδα της «Βαβέλ», η Νίκη Τζούδα και ο Χρήστος Σιούνας, δαιμόνιοι λάτρεις των ευρωπαϊκών κόμικς, μας έφεραν τον Μπάρνεϊ στο περιοδικό τους το 1988, μεταξύ των τευχών αρ. 85 και 98. Οι ακουαρέλες και η κομψή μελαγχολία του Λουστάλ έμοιαζαν σαν μια πειστική εικόνα του κόσμου της τζαζ, μια εικόνα που, μέσα στα ατέλειωτα στερεότυπά της, μπορούσε να μοιάζει φιλική και γνώριμη σε όποιον δεν γνώριζε το μουσικό αυτό ιδίωμα και τη σημειολογία του. Στο τέλος της ιστορίας ο πρωταγωνιστής πεθαίνει – κάτι που φυσικά δεν συνέβη στον… αληθινό Μπάρνεϊ, ο οποίος βρίσκει τους δημιουργούς της και τους προτείνει να φτιάξουν το σάουντράκ της. H ηχογράφηση γίνεται το 1987, γνωρίζει μεγάλη επιτυχία πουλώντας 60.000 κομμάτια και ξαναφέρνει τον Γουίλεν στο φως της δημοσιότητας, ξεκινώντας έτσι για αυτόν μια τελευταία δημιουργική περίοδο.

Μια ηχογράφηση-ιστορία της τζαζ κυκλοφορεί ξανά

Το σάουντρακ περιείχε κλασικά τραγούδια του τζαζ ανθολογίου (τα λεγόμενα «στάνταρ»), ανάμεσα στα οποία εμφανίζονταν πρωτότυπες συνθέσεις των μουσικών της μπάντας. Ξεκινώντας με μια μπόσα νόβα εκδοχή του «Besame mucho», αρκεί μόνο μισό λεπτό της ώρας για να καταλάβει κανείς ποιο είναι το ηχόχρωμα της ηχογράφησης. Το πιάνο του Αλάν-Ζαν Μαρί, ενός εξαιρετικού, πολυβραβευμένου πιανίστα από τη Γουαδελούπη, πρωταγωνιστεί από την πρώτη στιγμή: ο επιδέξιος και θερμός ήχος του πλουτίζει όλο τον δίσκο με μια πολύχρωμη καραϊβική γεύση. Αυτός και ο Γουίλεν υπήρξαν ένα από τα πιο δεμένα ντουέτα της τζαζ, έχοντας μια αβίαστη συνομιλία που θύμιζε το αξέχαστο ντουέτο του μεγάλου σαξοφωνίστα Σταν Γκετζ με τον επίσης μέγα πιανίστα Κένι Μπάρον.

Τα υπόλοιπα μέλη της μπάντας δεν υστερούν σε ταλέντο και λάμψη: τα ντραμς του Αμερικανού Σανγκόμα Εβερετ χρωματίζουν μ’ έναν τρόπο που θυμίζει Αρτ Μπλέικι και ο ήχος της κιθάρας του Φιλίπ Πετί συνοδεύει γλυκά το κουιντέτο. Ο εξαιρετικός αυτός Γάλλος κιθαρίστας παρουσιάζει στην ηχογράφηση αυτή και μια δική του σύνθεση, όπου φαίνεται η τεχνική κι η εφευρετικότητά του – τον «Κλέφτη της αγάπης» (Voleur d’ amour).

Παρομοίως, και ο μπασίστας της μπάντας, ο καταξιωμένος Ιταλός μουσικός Ρικάρντο ντελ Φρα, μας προσφέρει ένα μικροσκοπικό διαμάντι, διάρκειας ενός λεπτού, που ονομάζει «Κόκκινο φιλί» (Un baiser rouge) και ο Γουίλεν τη σύντομη ελεγεία «Pauline». Στο «Round about midnight» του Τελόνιους Μονκ λάμπει συγκλονιστικά η συνομιλία του με τον Ζαν Μαρί, ακριβώς όπως και στο «Whisper not» του Μπένι Γκόλσον. Η μπαλάντα «Goodbye», «το πιο λυπημένο κομμάτι στον κόσμο» όπως είχε πει ο συνθέτης Αλεκ Γουάιλντερ, κλείνει μελαγχολικά την ηχογράφηση. Εδώ, το σαξόφωνο του Μπάρνεϊ παίζει, στ’ αλήθεια, μερικές ακαταμάχητα θλιμμένες νότες και, όπως έγραψε στο σχετικό promo της, με τόσο γοητευτικά «αμερικανικό» τρόπο, η Fantagraphics, η εκδοτική εταιρεία που τύπωσε στην άλλη άκρη του Ατλαντικού τον Μπάρνεϊ των Λουστάλ και Παρινγκό: «…Ηρθε από το πουθενά. Ο,τι έβλεπε, το ήθελε. Ο,τι αποκτούσε, τον απογοήτευε. Μουσική, γυναίκες, ναρκωτικά, Παρίσι, Νέα Υόρκη, Χόλιγουντ – τα έζησε όλα, ψάχνοντας απελπισμένα μέσα τους κάτι για να καλύψει το κενό μέσα του. Στο τέλος, τα πρόδωσε όλα –φίλους, ερωμένες, θαυμαστές–, ακόμα και τον ίδιο του τον εαυτό. Και όμως, αυτοί γύριζαν πάντα πίσω σ’ αυτόν, ξανά και ξανά. Γιατί όταν ο Μπάρνεϊ έπαιζε τη θλιμμένη νότα του, μπορούσαν να του συγχωρήσουν τα πάντα».

ΥΓ.: Ο Μπάρνεϊ πέθανε από καρκίνο 25 χρόνια πριν, στις 25 Μαΐου του 1996. Στο πλαίσιο της Παγκόσμιας Ημέρας Δισκοπωλείων (Record Store Day), θα επανακυκλοφορήσει η «Θλιμμένη Νότα» σε βινύλιο 180 γραμμαρίων μαζί με το κόμικς, μια έκδοση 40 σελίδων με σπάνιο υλικό και bonus ένα CD. Η παραγγελία του πακέτου μπορεί να γίνει στο recordstoreday.com στις 17 Ιουλίου.

ΣΧΕΤΙΚΑ TAGS

ΑΛΛΕΣ ΕΙΔΗΣΕΙΣ ΚΑΤΗΓΟΡΙΑΣ

ΑΛΛΕΣ ΚΑΤΗΓΟΡΙΕΣ