ΚΛΕΙΣΙΜΟ
Loading...
 
Τελευταία Ενημέρωση: 00:01
22°
Kλασικά και αγαπημένα Jazz, blues, swing, easy listening τραγούδια επιλεγμένα από την «Κ».
ΦΑΡΜΑΚΕΙΑ
Μουσική

Πανκ, η αισθητική της οργής

Newsroom Κ, Αθήνα

Τα ανυπόκριτα αιτήματα για δικαιοσύνη, διατυπωμένα μέσα από στίχους

ΤΟΥ ΝΙΚΟΛΑ ΖΩΗ

Αλήθεια, έχετε ακούσει τον πρώτο, ομώνυμο δίσκο των The Clash; Κυκλοφόρησε στην Αγγλία τον Απρίλιο του 1977 και περιείχε αρκετά από τα συστατικά που θα έκαναν το μουσικό ιδίωμα του πανκ, αν μη τι άλλο, αλησμόνητο: τις απλές αλλά απερίφραστες μελωδίες, τους λυσσασμένους αλλά λυτρωτικούς για το σώμα ρυθμούς, τα ανυπόκριτα αιτήματα για δικαιοσύνη, διατυπωμένα μέσα από στίχους που, ο τραγουδιστής και κιθαρίστας Τζο Στράμερ, έφτυνε χαρούμενα στη βρετανική κοινωνία της εποχής.

Δεν συμφωνούσαν όλοι φυσικά. Ο Αντριου Κριβίν, ένας 16χρονος Νεοϋορκέζος που περνούσε τα καλοκαίρια του στους συγγενείς του, στο Λονδίνο, πίστευε τότε, ότι ο πρώτος δίσκος των Clash ήταν απλώς θόρυβος. Τον πρωτοάκουσε στην μπουτίκ «BOY», που διαχειριζόταν ο ξάδερφός του Τζον Κριβίν και που μαζί με το κατάστημα ρούχων «Seditionaries» της Βίβιαν Γουέστγουντ και του Μάλκολμ Μακλάρεν, αποτελούσε δημοφιλές στέκι του πανκ κινήματος.

Επειτα πάντως από μερικές ακροάσεις, ο Αντριου άλλαξε γνώμη. «Την τρίτη μέρα ένιωθα ότι αυτό έψαχνα, ότι αυτή είναι η μουσική μου», λέει σήμερα στην «Κ». «Ηταν ο πρώτος πανκ δίσκος που αγόρασα. Σύντομα άρχισα να μαζεύω φυλλάδια συναυλιών από κλαμπ ή αφίσες από δισκάδικα. Το πρώτο μου συλλεκτικό αντικείμενο ήταν το 45άρι δισκάκι του “Anarchy in the UΚ” των Sex Pistols. Είχα δώσει επτά λίρες, μια μικρή περιουσία. Και είναι συλλεκτικό, γιατί όταν η ΕΜΙ διέκοψε το συμβόλαιό τους, κατέστρεψε όσα αντίτυπα είχαν απομείνει».

«Οι μουσικοί του πανκ ήθελαν να εξοργίσουν τους γονείς τους και τα μεγαλύτερα αδέλφια τους», σχο-λιάζει ο Αντριου Κριβίν. «Εξεγείρονταν απέναντι στη γενιά των baby boomers που απλώς υπερηφανεύονταν για τον πόλεμο και απέναντι στους χίπηδες».

Εντυπωσιακή συλλογή

Σήμερα, ο Αντριου Κριβίν είναι ο περήφανος κάτοχος μιας συλλογής με πανκ αναμνηστικά κάθε είδους, που αγγίζουν τον εντυπωσιακό αριθμό των 4.000 κομματιών. Πολλά από αυτά ο Κριβίν τα συγκέντρωσε μεταξύ 1977 και 1982, όταν το πανκ ήταν στα ντουζένια του και εκείνος ένας χαρούμενος φοιτητής του πανεπιστημίου της East Anglia, που ενώ στο περίφημο CBGB της Νέας Υόρκης παρακολουθούσε συναυλίες των Ramones, Cramps ή Blondie, στην Αγγλία έβλεπε τους Pistols, τους Clash και αργότερα τους Cure, Echo & the Bunnymen, Joy Division, Gang of Four, OMD και άλλους θρύλους της post-punk σκηνής.
Τον περασμένο Απρίλιο, ο Κριβίν κυκλοφόρησε από τις εκδόσεις Pavillion το πολυσέλιδο λεύκωμα «Too Fast to Live Too Young to Die: Punk & post punk graphics, 1976-1986», το οποίο περιλαμβάνει έναν μικρό θησαυρό από αφίσες και κονκάρδες, εξώφυλλα δίσκων και φανζίν, φλάιερ, αποκόμματα εισιτηρίων και αυτοκόλλητα, τα περισσότερα σχεδιασμένα από ντιζάινερ που τότε έκαναν τα πρώτα τους βήματα, αλλά αργότερα έγιναν σημαίνοντες εκπρόσωποι του χώρου.

Ο Πίτερ Σάβιλ, υπεύθυνος για το κλασικό εξώφυλλο του «Unkown Pleasures» των Joy Division, που σχεδίασε και το εξώφυλλο του λευκώματος μαζί με τον Μάλκολμ Γκάρετ, γραφίστα των Buzzcocks, των Magazine ή των Duran Duran, αλλά και ο Σεμπάστιαν Κόνραν, συνεργάτης των Clash ή ο Τζέιμι Ράιντ, εικονογράφος του «Never mind the bollocks, here’s the Sex Pistols», είναι μερικοί από αυτούς.

«Ειδικά οι αφίσες είναι καθαρή τέχνη, κάτι που το διαπιστώνεις αν τους αφαιρέσεις τον λογότυπο της μπάντας ή της εταιρείας», παρατηρεί ο Αντριου Κριβίν. Ο ίδιος δεν έχει σπουδάσει γραφιστική, βιοπορίζεται ως τραπεζικός για αυτό και ανέθεσε τα κείμενα του λευκώματος σε γνώστες όπως ο πρώην καλλιτεχνικός διευθυντής των New York Times Στίβεν Χέλερ, ο καθηγητής του London College of Communication Ράσελ Μπέστλι, αλλά και ο Κόνραν ή ο Γκάρετ που αναφέραμε προηγουμένως.

Ωστόσο, ο Κριβίν λέει με ασφάλεια το εξής: «η εικονογραφία του πανκ χαρακτηρίζεται από έντονη, ποικιλόμορφη και δεξιοτεχνική τυπογραφία, που δεν βασίζεται στην ευκολία της φωτογραφίας και σου αφήνει την αίσθηση του χειροποίητου. Οσοι επίσης σχεδίαζαν αφίσες πανκ συγκροτημάτων φρόντιζαν να μην είναι ίδιες με τους δίσκους. Οι επιρροές τους περιλάμβαναν κυρίως την ποπ αρτ και τους ντανταϊστές, αλλά και τον φουτουρισμό, τον γερμανικό εξπρεσιονισμό ή τη ρωσική πρωτοπορία. Δεν αντέγραφαν την αισθητική τους, αλλά τη φιλτράριζαν μέσα από τη φαντασία τους, χωρίς να βασίζονται αποκλειστικά στη λογική του do-it-yourself.

Πολλοί από εκείνους τους ντιζάινερ είχαν σπουδάσει σε σχολές καλών τεχνών, οι οποίες είχαν δημιουργηθεί στη μεταπολεμική Αγγλία, στο πλαίσιο της πεποίθησης ότι η τέχνη εμπλουτίζει την κοινωνία».

Οπως σημειώνει ο Αντριου στο λεύκωμά του, το πανκ ήταν ίσως το πρώτο νεολαιίστικο κίνημα που συνδύαζε τόσο επιτυχώς τη μουσική, τη μόδα και τη γραφιστική, την εικονογραφία. Αν τον ρωτήσεις για τον ριζοσπαστισμό της πανκ αισθητικής, για τις γενεσιουργές αιτίες της, δεν θα απαντήσει με τα προφανή. «Η Θάτσερ και ο Ρέιγκαν ανέλαβαν την εξουσία το 1979 και το 1981, ενώ οι πρώτες πανκ συναυλίες στη Βρετανία έγιναν το 1975», τονίζει.

«Υπήρχε χώρος»

«Η οικονομική ανασφάλεια, η ανεργία και το ζοφερό μέλλον απασχολούσαν τους νέους της Αγγλίας και της Αμερικής ήδη από τη δεκαετία του ’70. Οι μεγαλύτερες γενιές τους είχαν απογοητεύσει και η πολιτική είχε απομαγευθεί. Η σημαντική τέχνη προκύπτει όταν οι άνθρωποι φοβούνται, έχουν θυμό. Επομένως τότε υπήρχε χώρος για την αισθητική του πανκ, η οποία ενισχύθηκε από σχεδιαστές που δεν εργάζονταν σε δισκογραφικές που κυκλοφορούσαν ταυτόχρονα κλασική μουσική και κάντρι, όπως συνέβαινε στα ’60s. Εδώ υπήρχε ένα κίνημα αυθεντικό, που επιστράτευε τη μουσική, τη μόδα και το ντιζάιν και τα στελέχη των δισκογραφικών είχαν αντιληφθεί ότι αν ανακατευθούν, θα τα κάνουν μαντάρα. Ετσι, οι Buzzcocks, οι Clash, οι Joy Division είχαν τους δικούς του ντιζάινερ, που ήταν φίλοι τους. Λειτουργούσαν σαν μέλη της μπάντας, βρίσκονταν σε διάλογο με το συγκρότημα και γνώριζαν πώς να απεικονίσουν το
μουσικό του ύφος».

Δεν χρειάζεται να είσαι ειδικός: μια ματιά στο λεύκωμα αρκεί για να καταλάβεις ότι όσα απεικονίζονται αντανακλούσαν ταυτόχρονα ένα προσωπικό στυλ και μια ολόκληρη εποχή ή ένα καλλιτεχνικό ρεύμα.

Μπορείς εδώ να βρεις ένα πόστερ από την κοινή περιοδεία των Damned και των Dead Boys το 1977, επηρεασμένο από τις αφίσες του Σολ Μπας για τις ταινίες του Χίτσκοκ, καθώς και το εξώφυλλο του EP «1981-1982» των New Order, που σαν να παραπέμπει σε ρωσικό κονστρουκτιβισμό.

Μπορείς όμως να δεις και μια αφίσα για το άλμπουμ «Days in Europa» των The Skids, η οποία θυμίζει τις αφίσες που φιλοτέχνησε ο Λούντβιχ Χόλβαϊν για τους Ολυμπιακούς Αγώνες του 1936 στο Βερολίνο. Αν θυμηθούμε και τα ναζιστικά σύμβολα που είχαν χρησιμοποιήσει ο Σιντ Βίσιους ή η Siouxsie Sioux, ένα ερώτημα για τη μικρή, περιστασιακή γέφυρα μεταξύ πανκ αισθητικής και του λεγόμενου «Nazi chic»,προκύπτει αβίαστα.

«Οι μουσικοί του πανκ ήθελαν να εξοργίσουν τους γονείς τους και τα μεγαλύτερα αδέλφια τους», σχολιάζει ο Αντριου Κριβίν. «Εξεγείρονταν απέναντι στη γενιά των baby boomers που απλώς περηφανευόταν για τον πόλεμο και απέναντι στους χίπηδες, ένα υποκριτικό, ουτοπικό κίνημα που κατόπιν δεν πέτυχε τίποτα πέρα από το σνιφάρει κοκαΐνη και να ψηφίζει τον Ρέιγκαν. Μερικές φορές λοιπόν κάποιοι χρησιμοποιούσαν τέτοια σύμβολα σαν έναν πολιορκητικό κριό στην στομωμένη κουλτούρα της εποχής. Ηθελαν μια αλλαγή της κοινωνίας».

Τα κατάφεραν;

Το αν τα κατάφεραν ή όχι, δεν είναι της παρούσης. Αν ρωτήσεις τον Κριβίν για την πολυσυζητημένη εμπορευματοποίηση του πανκ (το λεύκωμά του κυκλοφορεί και σε πολυτελή, εμπλουτισμένη εκδοχή, από τις εκδόσεις Rocket 88), θα απαντήσει ότι η δική του ενασχόληση, η αναζήτηση σπάνιων αντικειμένων όπως μια αφίσα των Joy Division από συναυλία τους στις Βρυξέλλες το 1980, δεν είναι νοσταλγική.

«Στον ψηφιακό κόσμο τα πάντα φετιχοποιούνται και γίνονται αντικείμενο υπερέκθεσης – έτσι λειτουργεί ο καπιταλισμός», θα πει.

«Ομως το πανκ δεν πεθαίνει και εδώ μιλάμε για έργα τέχνης που παραμένουν τόσο δυνατά, όσο όταν ήμουν 16 χρόνων. Εκείνοι οι μουσικοί, οι σχεδιαστές, γνωρίζονταν μεταξύ τους, δούλευαν μαζί. Νομίζω ότι σήμερα οι δημιουργοί είναι πιο απομακρυσμένοι. Αν όμως οι άνθρωποι δεν παίζουν μουσική και δεν συζητούν μαζί για τέχνη, πιστεύω ότι δεν μπορεί να προκύψει τέτοιου είδους έμπνευση».

Το 352 σελίδων λεύκωμα «Too Fast to Live Too Young to Die: Punk & post punk graphics, 1976-1986» (εκδ. Pavilion) περιλαμβάνει έναν μικρό θησαυρό από αφίσες και κονκάρδες, εξώφυλλα δίσκων, φανζίν, φλάιερ, αποκόμματα εισιτηρίων κ.λπ.

ΣΧΕΤΙΚΑ TAGS

ΑΛΛΕΣ ΕΙΔΗΣΕΙΣ ΚΑΤΗΓΟΡΙΑΣ

ΑΛΛΕΣ ΚΑΤΗΓΟΡΙΕΣ