ΚΛΕΙΣΙΜΟ
Loading...
 

Ο σκηνοθέτης του «Top Gun: Maverick» στην «Κ»: Κάποιες σκηνές τις γυρίσαμε 40 φορές!

Ο σκηνοθέτης του «Top Gun: Maverick», Τζόζεφ Κοσίνσκι, μιλάει στην «Κ»

Kathimerini.gr

Του Αιμίλιου Χαρμπή

Οταν το πρώτο «Top Gun» κυκλοφόρησε στις αίθουσες το 1986, ο Τζόζεφ Κοσίνσκι ήταν 12 ετών. Η εντύπωση που του έκανε το φιλμ του Τόνι Σκοτ ήταν τόσο ισχυρή που ο μικρός γύρισε σπίτι και έπιασε να μαστορεύει τηλεκατευθυνόμενα αεροπλανάκια για να τα πετάξει πάνω από τα καλαμποκοχώραφα της Αϊόβας, όπου μεγάλωσε. Μερικά χρόνια αργότερα, μάλιστα, έφτασε να σπουδάσει μέχρι και αεροναυπηγική στο Πανεπιστήμιο του Στάνφορντ.

«Με κάποιον τρόπο, το “Top Gun: Maverick” είναι για εμένα η επιστροφή στο πρώτο μου ενδιαφέρον, την αεροπορία. Διότι για να κάνουμε αυτή την ταινία, έπρεπε πραγματικά να μπούμε στις λεπτομέρειες της αεροπορίας, να καταλάβουμε πώς θα τα καταφέρουμε, με τον τρόπο που τα καταφέραμε», σημειώνει ο σκηνοθέτης του σίκουελ στο θρυλικό φιλμ της δεκαετίας του 1980, που κυκλοφορεί πλέον και στις ελληνικές αίθουσες.

Εκεί ο Κοσίνσκι βρέθηκε πλέον να «παίζει» με αληθινά μαχητικά αεροπλάνα. «Υπήρχαν αρκετές σουρεάλ σκηνές για εμένα στο γύρισμα. Για παράδειγμα, εκείνη που φαίνεται και στο τρέιλερ, με τον Μάβερικ στη μοτοσικλέτα του να κάνει κόντρα με το F-18 στον αεροδιάδρομο – πραγματικά χαρακτηριστική “Top Gun” στιγμή. Οπότε εγώ είμαι στο όχημα της κάμερας δίπλα από τη μοτοσικλέτα και στο χέρι μου έχω τον ασύρματο της αεροπορίας, καλώντας απευθείας τον πιλότο· και μόλις βλέπω ότι εκείνος και ο Τομ είναι μαζί στο κάδρο, του λέω να αυξήσει την ισχύ (σ.σ. “hit the afterburner”). Κι εκείνος το έκανε και απογειωνόταν. Σκεφτόμουν: “Ουάου, αυτή είναι μία από τις πιο κουλ στιγμές στη ζωή μου”. Τη γυρίσαμε περίπου 40 φορές αυτή τη σκηνή, 40 προσπάθειες για να βγει η λήψη που μπήκε στην ταινία. Ηταν τρομερά διασκεδαστικό. Το πιο δύσκολο κομμάτι ήταν ο καιρός. Ο συντονισμός του Τομ και του πιλότου ήταν εύκολο, το δύσκολο ήταν να πετύχεις το τέλειο ηλιοβασίλεμα στο φόντο».

Ο σκηνοθέτης του «Top Gun: Maverick» στην «Κ»: Κάποιες σκηνές τις γυρίσαμε 40 φορές!-1
«Και πάλι νιώθεις το ηλιοβασίλεμα. Αυτή η ώρα μαγικού φωτός που όλοι θυμόμαστε από το “Top Gun” είναι κάτι που πρέπει να δουλέψεις πολύ σκληρά για να το πετύχεις», λέει ο σκηνοθέτης της ταινίας. Φωτ. Scott Garfield/Paramount
Ο κανόνας των 15 λεπτών

Το πρώτο πράγμα, βέβαια, που έπρεπε να γίνει ήταν να πειστεί ο Τομ Κρουζ να επιστρέψει στα κόκπιτ των μαχητικών. «Σε αυτές τις περιπτώσεις υπάρχει ο λεγόμενος κανόνας των 15 λεπτών. Αν δεν μπορείς να πείσεις κάποιον μέσα σε αυτό το διάστημα για το πρότζεκτ σου, τότε μάλλον δεν θα τα καταφέρεις ποτέ. Το μεγαλύτερο ερώτημα ήταν: Ποια είναι η συναισθηματική ραχοκοκαλιά της ταινίας; Τι ταξίδι θα κάνει ο Μάβερικ; Στο αρχικό σενάριο δεν υπήρχε αυτό το στοιχείο της επανασύνδεσης με τον γιο του Γκουζ (σ.σ. τον υποδύεται ο Μάιλς Τέλερ), όμως εμένα μου φάνηκε πως αυτή ήταν η καρδιά της ιστορίας. Και με τον Τομ, τελικά όλα καταλήγουν στο συναίσθημα. Αν μπορεί να βρει τη συναισθηματική σύνδεση, είναι κλειδί για να υπογράψει. Στο τέλος των 15 λεπτών είπε απλά: “Θα την κάνουμε αυτή την ταινία”. Και αυτό ήταν».

Παρ’ όλα αυτά, όπως έχει τονίσει και ο ίδιος σε συνεντεύξεις του, ο Τομ Κρουζ δεν θα έβαζε την υπογραφή δίχως μια εγγύηση… αυθεντικότητας. «Το πρώτο πράγμα που έκανα όταν συνάντησα τον Τομ ήταν να τον πείσω πως αυτή είναι μια ταινία που “πρέπει” να γίνει. Του είπα ότι θα τη γυρίζαμε σε πραγματικές συνθήκες, επειδή πίστευα ότι όντως μπορούμε να το κάνουμε. Οχι μόνον επειδή αυτό είναι το προσωπικό του μάντρα στις ταινίες –να το κάνει ο ίδιος–, αλλά κι επειδή ήξερα πως υπάρχει η τεχνολογία, που θα αιχμαλωτίσει την εμπειρία του να βρίσκεσαι όντως μέσα σε ένα μαχητικό τζετ, κάτι που δεν μπορούσε να γίνει στο πρώτο “Top Gun”. Εκεί εφάρμοσαν μερικές εξαιρετικές πρακτικές λύσεις, όμως δεν μπορούσαν να μπουν μέσα στο τζετ με τους ηθοποιούς. Πλέον το μότο μας ήταν: “Οτιδήποτε μπορούμε να καταγράψουμε αληθινά, θα το γυρίσουμε έτσι”. Υπό αυτήν την έννοια, πρόκειται για μια πολύ παλιομοδίτικη ταινία, γυρισμένη ωστόσο με εξοπλισμό τελευταίας τεχνολογίας».
Μοιάζει απίστευτο, ωστόσο πράγματι σχεδόν όλες οι σκηνές πτήσης –και αερομαχίας– στην ταινία γυρίστηκαν με τους ηθοποιούς όχι απλώς μέσα στο κόκπιτ, αλλά ιπτάμενους, στα υπερηχητικά αεροσκάφη. «Μαζί με τον διευθυντή φωτογραφίας έπρεπε να βρούμε έναν αποτελεσματικό τρόπο γυρίσματος, γιατί είναι σπουδαίο να στείλεις εκεί πάνω τους ανθρώπους, όμως αν δεν το καταγράψεις σωστά, τότε απλά χάνεις τον χρόνο σου. Οπότε δουλέψαμε με τη Sony για τον σχεδιασμό μιας πρωτότυπης κάμερας, η οποία ήταν αρκετά μικρή για να μπει στο κόκπιτ και ταυτόχρονα ικανή να καταγράψει εικόνες επιπέδου IMAX· και δεν χωρέσαμε μόνο μία κάμερα εκεί μέσα αλλά έξι. Ολα αυτά έγιναν βέβαια σε συντονισμό με το Ναυτικό, ώστε να υπάρχει ασφάλεια. Και οι ίδιες οι κάμερες έπρεπε να αντέχουν ταχύτητες κοντά στα 1.000 χλμ./ώρα, πιέσεις 8G και ύψος 37.000 ποδών».

Μεθοδικός μαραθώνιος

Πώς ήταν ωστόσο να γυρίζεις ταινία σε 37.000 πόδια; «Ο όγκος της προετοιμασίας και του συντονισμού ήταν τρομερός. Μπορεί να γυρίζαμε 14 ώρες, για να καταλήξουμε με μόνο ένα λεπτό χρήσιμου υλικού. Ηταν ένας πολύ αργός, μεθοδικός μαραθώνιος. Ομως δημιουργεί ένα αισθητικό αποτέλεσμα που είναι αδύνατο να μιμηθούν οποιαδήποτε ειδικά εφέ. Βλέπεις τις δυνάμεις πάνω στα σώματα των ηθοποιών, αυτό δεν μπορείς να το υποκριθείς. Νιώθεις την αυθεντικότητά του. Το γεγονός, βέβαια, ακριβώς ότι ήταν το “Top Gun” μας επέτρεψε να έχουμε τόσο στενή συνεργασία με το Ναυτικό, επειδή οι άνθρωποι που είναι τώρα υπεύθυνοι εκεί, είναι οι ίδιοι που είδαν την ταινία το 1986 και μετά πήγαν να καταταγούν!».

Οσο για τους πιστούς του ορίτζιναλ «Top Gun» που βλέπουν το καινούργιο με καχυποψία, ο Αμερικανός σκηνοθέτης έχει να πει τα εξής: «Δεν μπορεί να μπει κανείς στα παπούτσια του Τόνι Σκοτ, είναι αδύνατον. Εκείνος δημιούργησε την αισθητική, η οποία έχει αντιγραφεί στο εξής από εκατοντάδες ταινίες. Δημιούργησε την εικόνα, το στυλ. Αν ήταν εύκολο να το κάνεις αυτό, θα το έκαναν όλοι. Είναι ο φωτισμός, η γωνία της κάμερας, η διάθεση, ο τόνος, όλα αυτά που κάνουν το “Top Gun”. Ετσι, όταν το προσεγγίσαμε, ο Τομ κι εγώ συμφωνήσαμε πως δεν θέλουμε να φτιάξουμε το cover της πρώτης ταινίας. Δεν έπρεπε να γίνει αντιγραφή ή παρωδία. Επρεπε να αισθάνεσαι ότι είναι το “Top Gun” αλλά ταυτόχρονα να σφυρηλατήσουμε τη δική μας αισθητική. Και πάλι όμως νιώθεις το ηλιοβασίλεμα. Αυτή η ώρα μαγικού φωτός που όλοι θυμόμαστε από το “Top Gun”, είναι κάτι που πρέπει να δουλέψεις πολύ σκληρά για να το πετύχεις. Παρ’ όλα αυτά, ήμουν αισιόδοξος ότι χρησιμοποιώντας το σύστημα καμερών και την τεχνολογία μας, θα είχαμε αυτή την αίσθηση συν την αμεσότητα και τον ρεαλισμό, που απλά δεν μπορούσε να επιτευχθεί το 1986. Τελικά νομίζω πως η ταινία ξεχωρίζει από μόνη της».

ΣΧΕΤΙΚΑ TAGS

Σινεμά: Τελευταία Ενημέρωση