ΚΛΕΙΣΙΜΟ
Loading...
 
Τελευταία Ενημέρωση: 08:17
27°
ΚΑΤ’ ΟΙΚΟΝ ΔΙΑΝΟΜΗ
Kλασικά και αγαπημένα Jazz, blues, swing, easy listening τραγούδια επιλεγμένα από την «Κ».
ΦΑΡΜΑΚΕΙΑ
Θέατρο-Χορός

Μ. Καραγάτσης, ένας υπέροχος provocateur

Newsroom Κ, Αθήνα

Τον ερχόμενο Σεπτέμβριο συμπληρώνονται 60 χρόνια από τον θάνατο του Μ. Καραγάτση

ΤΗΣ ΜΑΤΙΝΑΣ ΚΑΛΤΑΚΗ

Εχοντας κατά νουν ότι τον ερχόμενο Σεπτέμβριο συμπληρώνονται 60 χρόνια από τον θάνατο του Μ. Καραγάτση (1908-1960), άνοιξα ξανά την πολυσέλιδη έκδοση της Εστίας (1999, εισαγωγή/επιμέλεια Ιωσήφ Βιβιλάκη) στην οποία έχουν συγκεντρωθεί οι κριτικές που έγραφε στη «Βραδυνή» από το 1946 έως και λίγες ημέρες πριν από το πρόωρο τέλος του, στις 14 Σεπτεμβρίου 1960. Πρόκειται για μια δραστηριότητα που θαρρείς τον κρατούσε σε διαρκή, ζωντανή επαφή με το πολιτιστικό/καλλιτεχνικό περιβάλλον της εποχής του, πάντα σε συνάρτηση με την τρέχουσα πολιτική συνθήκη (στην οποία και συχνά αναφέρεται τοποθετώντας την καλλιτεχνική πράξη στο ιστορικό της πλαίσιο), σαν ένα είδος διανοητικής άσκησης που τροφοδοτούσε την καθημερινή πεζογραφική εργασία του.

Ο Καραγάτσης, ένας αστός από συντηρητική οικογένεια, φιλελεύθερος αντικομμουνιστής ο ίδιος, θαρρείς πως επιδεικνύει μια αντι-στάση στην κυρίαρχη, άτολμη και συμβιβασμένη, «πνευματικά ανώτερη» ηθική των συναδέλφων του λογοτεχνών/κριτικών και αρθρογράφων/διανοουμένων (όπως ο Παράσχος, ο Τερζάκης, ο Χουρμούζιος, ο Χάρης, ο Αλκης Θρύλος, ο Πλωρίτης, οι εκπρόσωποι της γενιάς του ’30 πεζογράφοι και ποιητές, Βενέζης, Μυριβήλης, Πολίτης, Θεοτοκάς κ.λπ.) αλλά και στην ευκολία με την οποία έγραφαν για τη σκηνή οι συγγραφείς/δημοσιογράφοι στους οποίους βασιζόταν το «ελαφρύ» ελληνικό ρεπερτόριο της εποχής (Ψαθάς, Γιαννακόπουλος, Σακελλάριος κ.ά.). Μπορεί να φανταστεί κανείς πόσο ενδιαφέρουσες αντιπαραθέσεις πρέπει να προκαλούσαν οι κριτικές του κάθε εβδομάδα στον μικρό κύκλο των belles lettres της Αθήνας της εποχής, αλλά και στον κύκλο των ανθρώπων της θεατρικής αγοράς και των θεατρόφιλων, εκείνα τα δύσκολα χρόνια του Εμφυλίου και της βαθιά τραυματισμένης δεκαετίας του 1950-1960, όταν μετά μυρίων δυσκολιών το διαλυμένο κράτος προσπαθούσε να ορθοποδήσει.

Ηδη καταξιωμένος μυθιστοριογράφος, οικονομικά ανεξάρτητος, προσέρχεται στον στίβο της κριτικής χωρίς εξαρτήσεις ή ιδιοτέλειες άλλου τύπου, χωρίς ίχνος σοβαροφάνειας αλλά με εξαιρετικής ποιότητας, ιοβόλο όσο και απολαυστικό, χιούμορ. Κι ενώ το 1943, όταν αρθρογραφούσε στην εφημερίδα «Πρωία», έγραφε «ομολογώ πως δεν είμαι μεγάλος φίλος του θεάτρου. Το αμάλγαμα των συναισθημάτων και στοχασμών που δημιούργησαν αυτήν την υποκειμενική πεποίθηση είναι πολύπλοκο, και ίσως το αναπτύξω σ’ ένα άλλο μου σημείωμα», κάποια χρόνια μετά, στη «Βραδυνή» της 27ης Φεβρουαρίου 1954, δεν αρνείται την ιδιότητα του θεατρικού κριτικού.

«Τι θα γίνει με μας τους κριτικούς; Καταντήσαμε πολύ δύσκολοι, τίποτα δεν μας αρέσει τώρα τελευταία. Εγώ τουλάχιστον, αρχίζω να ανησυχώ πολύ για τον εαυτό μου. Τα ελληνικά έργα τα κατακεραυνώνω κατά σύστημα. Τον Ανούιγ τον βρίσκω εγκεφαλικό, πεποιημένο. Τον Ο’ Νιλ ξεπερασμένο. Διαμαρτύρομαι γιατί οι θίασοί μας παίζουν μόνον κωμωδίες, περιφρονώντας το σοβαρότερο ρεπερτόριο. Μόνο που το σοβαρότερο μου προκαλεί ωκεανούς ανίας… Ο Μουσούρης ανεβάζει Σίλλερ, “ωχ αδελφέ!” διαμαρτύρομαι, δεν μας παρατάς με τους ανιαρούς κλασικούς σου! Τι να κάνει ο άνθρωπος, ανεβάζει το “Ρομάντζο”. Θηρίο εγώ!» «Κάτω τα δακρύβρεχτα εμπορικά! Κλασικούς θέλω, μωρέ! Κλασικούς!» γράφει σ’ ένα χρονογράφημα εν είδει κριτικής, με αφορμή την «παλιατσαρία» του Οσκαρ Ουάιλντ «Μια γυναίκα χωρίς σημασία».

Παρ’ όλα αυτά ο Καραγάτσης πάντοτε πίστευε στην παιδευτική σημασία της κριτικής για κοινό και καλλιτέχνες, όπως και στον ρόλο που μπορούσε να διαδραματίσει στην άνοδο του, χαμηλού τότε, πολιτιστικού επιπέδου της χώρας. Γι’ αυτό και οι κριτικές αποτελούν μεγάλης σημασίας πηγή για τη θεατρική ιστορία του τόπου μας, καθώς έστω και ως «εμπειρικός ειδικός» παρακολουθεί συστηματικά πώς προχωρεί το ελληνικό θέατρο την κρίσιμη μεταπολεμική εποχή – προχωρώντας σταθερά, αν και με πολλά πισωγυρίσματα, στη νεωτερική του φάση.

Αν η (λογοτεχνική) κριτική διακρίνεται στην πανεπιστημιακή, τη δημοσιογραφική κι αυτήν που γράφουν λογοτέχνες για άλλους λογοτέχνες, θα λέγαμε ότι οι θεατρικές κριτικές του Καραγάτση είναι δημοσιογραφικές αλλά έχουν και μια ερεθιστική «ενδοσυντεχνιακή» διάσταση. Οχι μόνο γιατί ο ίδιος δοκιμάστηκε χωρίς επιτυχία στη θεατρική γραφή, αλλά γιατί πίστευε ότι, όντας ο ίδιος δημιουργός, «δύναται να κρίνει τίμια και ξεκάθαρα» το έργο ενός άλλου δημιουργού. Ετσι, μπορεί θεατρολογικά οι κριτικές του να μην έχουν ενδιαφέρον, αλλά η προσωπική εμπλοκή του Καραγάτση σε κάθε μία απ’ αυτές τις καθιστά μοναδικές για την ιστορία της κουλτούρας στη μεταπολεμική Ελλάδα. Γιατί, κρίνοντας μια παράσταση, μπορούσε να βάλλει κατά των ηθών των άλλων κριτικών («Δυστυχώς δεν ανήκω στη συνομοταξία των υπερδιανοούμενων κριτικών μας, που φρονούν ότι μόνα τα έργα του Σαιξπήρου και του κ. Καζαντζάκη πρέπει να βλέπουν τα κηρία του προσκηνίου»), του κοινού («Οι σημερινοί αναγνώστες της αρχαίας τραγωδίας είναι ελάχιστοι. Και θα ήσαν οι μοναδικοί θεατές της, αν ο σνομπισμός δεν παρέσυρε μερικές εκατοντάδες Φιλισταίων ώς το θέατρο του Ηρώδου του Αττικού») ή και των ίδιων των ανθρώπων της σκηνικής τέχνης («Συγγραφείς και θεατρώναι πλειοδοτούν μανιωδώς στην δημοπρασία της ηλιθιότητας. Και ετέθησαν επί κεφαλής της μεγάλης πορείας του κοινού προς την αποβλάκωσι»). Η ειρωνεία του μερικές φορές τσακίζει κόκαλα, όπως όταν γράφει λ.χ. για το «Παιχνίδι της τρέλας και της φρονιμάδας» του Γιώργου Θεοτοκά («Αλλά ο κ. Θεοτοκάς είναι επίμονο αγόρι. Η αποτυχία δεν τον απογοητεύει. Στρώθηκε λοιπόν στην καρέκλα κι έγραψε –επιτέλους– το πρώτο καλό θεατρικό του έργο») ή όταν θάβει πέντε μέτρα κάτω από το χώμα τον σεβαστό ιστορικό του ελληνικού θεάτρου, Γιάννη Σιδέρη, για ένα έργο του που ανέβηκε με παταγώδη επιτυχία το 1947.

Ο Καραγάτσης γράφει κατά συνείδηση και αποβλέπει στην «τιμιότητα» των αναγνωστών του για να δικαιωθεί. Μονόφρων, με πάθη κι εκρήξεις, αυτοσαρκαστικός και λιβελλογράφος, αντικομμουνιστής σε βαθμό που σήμερα προκαλεί γέλιο, αλλά και τρομερό παιδί της τάξης του, που ενοχλούσε και έθιγε διαρκώς για το ψέμα της καθωσπρέπει ηθικής της, ο Καραγάτσης υπήρξε ένας αληθινός provocateur, στον οποίο θα ανατρέχουμε ξανά και ξανά, απορώντας πώς η γραφή του παραμένει 60 χρόνια μετά τόσο ζωντανή και γεμάτη χυμούς.

ΣΧΕΤΙΚΑ TAGS

ΑΛΛΕΣ ΕΙΔΗΣΕΙΣ ΚΑΤΗΓΟΡΙΑΣ

ΑΛΛΕΣ ΚΑΤΗΓΟΡΙΕΣ