ΚΛΕΙΣΙΜΟ
Loading...
 
Τελευταία Ενημέρωση: 22:54
27°
ΚΑΤ’ ΟΙΚΟΝ ΔΙΑΝΟΜΗ
Kλασικά και αγαπημένα Jazz, blues, swing, easy listening τραγούδια επιλεγμένα από την «Κ».
ΦΑΡΜΑΚΕΙΑ
Θέατρο-Χορός

Νίτσε, τώρα και πάντα

Newsroom Κ, Αθήνα

Η καινούργια, αναθεωρημένη έκδοση του «Διόνυσος κατά Εσταυρωμένου»

ΤΗΣ ΜΑΤΙΝΑΣ ΚΑΛΤΑΚΗ

Μετά την περιπέτεια της επιδημίας και του εγκλεισμού πήρα στα χέρια μου λες κι ήταν δώρο την καινούργια, αναθεωρημένη έκδοση του «Διόνυσος κατά Εσταυρωμένου» των εκδ. Gutenberg, με τα τρία κείμενα για το αρχαίο δράμα που έγραψε ο Φρίντριχ Νίτσε το 1870. Υπό την επιρροή της σχέσης του με τον Ρίχαρντ Βάγκνερ για το μουσικό δράμα, ο 26χρονος Νίτσε έδωσε δύο διαλέξεις στο πανεπιστήμιο της Βασιλείας (όπου ήταν καθηγητής στην έδρα της Κλασικής Φιλολογίας από το 1869 έως το 1876) που αμφισβητούν το πνεύμα της Γερμανών κλασικών φιλολόγων του 19ου αι. και την αυστηρώς φιλολογική μεθοδολογία τους.

Προσπαθώντας να εξηγήσει τη φαινομενικά ασύμβατη συνάντηση της απολλώνιας και της διονυσιακής κοσμοθεώρησης των Ελλήνων στην αρχαία τραγωδία, προτείνει μία καινοφανή, «προσωπική» ερμηνεία χωρίς υποσημειώσεις και βιβλιογραφία (έλλειψη «αντι-επιστημονική» για την οποία κατηγορήθηκε από τον μεγάλο φιλόλογο, σχεδόν συνομήλικό του, Ούλριχ Βιλαμόβιτς). Η τέχνη είναι «η αληθινή μεταφυσική δραστηριότητα του ανθρώπου» υποστηρίζει ο Νίτσε. Απέναντι στην κυρίαρχη ηθική, προτείνει μία «θεμελιακά αντίθετη διδασκαλία και αξιολόγηση της ζωής, καθαρά καλλιτεχνική και αντιχριστιανική», που ονόμασε «διονυσιακή».

Οι δύο πρώτες διαλέξεις («Αρχαίο Μουσικό Δράμα» και «Σωκράτης και Τραγωδία», Ιανουάριος-Φεβρουάριος 1870) προκάλεσαν αναταραχή και έντονες αντιδράσεις στο πανεπιστημιακό κατεστημένο της εποχής. Ο Νίτσε ήταν προετοιμασμένος και η επιλογή του ήταν συνειδητή, με ό,τι αρνητικό συνεπαγόταν για τη μετέπειτα πανεπιστημιακή του καριέρα. Το καλοκαίρι του 1870 επανέρχεται, γράφοντας τη «Διονυσιακή Κοσμοθεώρηση». Εδώ εντοπίζεται η βασική ύλη που το επόμενο διάστημα θα αναπτύξει στη μελέτη του «Η Γέννηση της Τραγωδίας» (1872). Χρόνια μετά, θα αναγνωρίσει όλα τα ελαττώματα της νιότης σ’ εκείνο το βιβλίο του – το χαρακτηρίζει, μεταξύ άλλων, άνισο σε τέμπο, ενθουσιώδες, υπεροπτικό, συναισθηματικό, κ.ά., αλλά εξακολουθεί να υποστηρίζει «το εγχείρημα να δει την επιστήμη μέσα από την οπτική του καλλιτέχνη και την τέχνη μέσα από την οπτική της ζωής». «Τι κρίμα που δεν μπόρεσα να πω σαν ποιητής ό,τι είχα να πω τότε: ίσως να μπορούσα να το κάνω», γράφει χρόνια μετά (στην «Απόπειρα αυτοκριτικής» που περιλαμβάνεται στη «Γέννηση της τραγωδίας», μτφρ. Ζ. Σαρίκας, εκδ. Πανοπτικόν 2010).

Ο Βαγγέλης Δαβουλάρης μετέφρασε με περισσή προσοχή και αγάπη τα τρία κείμενα, συμπληρώνοντάς τα με πρόλογο, και μαζί με τον Ηρκο Ρ. Αποστολίδη που ανέλαβε τη φιλολογική επιμέλεια, παρέδωσε μία υποδειγματική έκδοση (και ως προς την τυπογραφία, χάρη στον Γιάννη Μαμαή των εκδ. Gutenberg). Επιπλέον, μέσω των σχολίων μεταφραστή και επιμελητή, και με την επιλογή από τα Σημειωματάρια του Νίτσε (1869-1872) που τα συνοδεύει, τα τρία κείμενα συνδέονται όχι μόνο με τα όψιμα έργα του Νίτσε και τους Γερμανούς φιλοσόφους του 18ου και 19ου αι. που τον επηρέασαν, αλλά και με την εποχή μας, αφού στην εκρηκτική, παθιασμένη και ενίοτε αντιφατική, νιτσεϊκή σκέψη αναγνωρίζουμε την αντι-διαλεκτική mentalite που καθόρισε τη σκέψη και την τέχνη του 20ού αιώνα.

Και ιδού το θαύμα, που δεν μπορούν να εκτιμήσουν όσοι αγνοούν τον κόπο αλλά και τον ενθουσιασμό που απαιτεί μία τέτοιας ποιότητας και πληρότητας έκδοση. Μέσα στην ανησυχία, τον φόβο, την απαισιοδοξία που προκάλεσε η επιδημία, η σκέψη του Νίτσε φτάνει σε μας σαν ένα ανυπέρβλητης δύναμης κάλεσμα για ζωή.

Γιατί αυτή είναι η ρηξικέλευθη πρόταση του Νίτσε: πέρα από τη (χριστιανική) Ενοχή και τη βολική πίστη στη μετά θάνατον ζωή, η Βούληση για ζωή οδήγησε τους Ελληνες σε μία «ανώτερη μηχανή της ύπαρξης», την τραγική σκέψη. Η τραγωδία ως διάμεσος κόσμος, «ανάμεσα στην ωραιότητα και την αλήθεια», τον Απόλλωνα και τον Διόνυσο, μέσω του Υψηλού και του Γελοίου, της έντεχνης δηλαδή τιθάσευσης (της φρίκης) και της αποφόρτισης από τη φρίκη του παραλόγου της ύπαρξης, επέτρεψε στους Ελληνες να έχουν «σαφή γνώση της μηδαμινότητας της ύπαρξης, χωρίς να ραγίζει η κοσμοθεώρησή τους».

Τα κείμενα του Νίτσε για την αρχαία τραγωδία (ελπίζουμε ένα από τα επόμενα κείμενα που θα αναλάβουν οι Δαβουλάρης και Αποστολίδης να είναι και η «Γέννηση της Τραγωδίας») προσφέρουν δρόμους ερμηνείας μεγάλου ενδιαφέροντος για εμάς, τους Ελληνες του 21ου αι.: να ξαναδούμε το αρχαίο ελληνικό δράμα πέρα από τις συμβατικές και λειψές πληροφορίες που παρέχονται στη δευτεροβάθμια εκπαίδευση και πέρα από την «εικόνα» που αποκομίζουμε από τις σύγχρονες αναβιώσεις στα αρχαία θέατρα. Μας ωθούν να επανεκτιμήσουμε τη διαρκώς επίκαιρη αρχαία ελληνική παρακαταθήκη με τον πλέον αξιόπιστο τρόπο, ως ξένοι, «ως μη Ελληνες» που θα έλεγε και ο Δημήτρης Δημητριάδης, ο νιτσεϊκότερος των σύγχρονων Ελλήνων συγγραφέων.

H αναθεωρημένη έκδοση του «Διόνυσος κατά Εσταυρωμένου» των εκδ. Gutenberg, με τα τρία κείμενα για το αρχαίο δράμα που έγραψε ο Νίτσε το 1870, σε μετάφραση και πρόλογο Βαγγέλη Δαβουλάρη και φιλολογική επιμέλεια Ηρκου Ρ. Αποστολίδη.

Ανάμεσα στις συναρπαστικές ιδέες του Νίτσε ξεχωρίζω το πώς συνδέει τον Σωκράτη και τον Ευριπίδη με το τέλος του τραγικού είδους. Ο σωκρατικός ρασιοναλισμός και η διαλεκτική, που εισέβαλε και κυριάρχησε με τη μορφή αγώνων λόγου στη δραματουργία, κατέστρεψε την Τραγωδία. Αν η αρετή είναι γνώση και ουδείς εκών κακός, τότε το τραγικό ακυρώνεται. «Ο ήρωας, υποχρεωμένος τώρα να υπερασπιστεί τις πράξεις του μ’ επιχειρήματα και αντεπιχειρήματα, κινδυνεύει να χάσει τη συμπάθειά μας, αφού η δυστυχία που τον ζυγώνει δείχνει απλώς ότι έπεσε έξω στους υπολογισμούς του» γράφει ο Νίτσε. Η τραγωδία πεθαίνει και η σκηνική τέχνη οδηγείται στην επόμενη φάση της, στη Νέα Κωμωδία και τη δραματουργία της μηχανορραφίας, που στην πορεία των αιώνων θα οδηγήσει στο νεότερο δράμα. Ο Διόνυσος, που αποκάλυψε σ’ όλο το φρικτό μεγαλείο του το παράλογο της ύπαρξης, το σκοτάδι των ενστίκτων, το ακατανόητο του Κόσμου, μπορεί να εκτοπίστηκε αλλά μέσα από τα κείμενα του Νίτσε εμφανίζεται σταθερά «διαλάμπων» – να μειδιά σε κάποια γωνιά, ξέροντας ότι ακόμη κι αν δεν τον διακρίνουμε, είναι πάντα μπροστά μας. Και μέσα μας.

ΣΧΕΤΙΚΑ TAGS

ΑΛΛΕΣ ΕΙΔΗΣΕΙΣ ΚΑΤΗΓΟΡΙΑΣ

ΑΛΛΕΣ ΚΑΤΗΓΟΡΙΕΣ