ΚΛΕΙΣΙΜΟ
Loading...
 
Τελευταία Ενημέρωση: 18:30
30°
Kλασικά και αγαπημένα Jazz, blues, swing, easy listening τραγούδια επιλεγμένα από την «Κ».
ΦΑΡΜΑΚΕΙΑ
Θέατρο-Χορός

«Tο σύνθεμα του τραγουδιού και του σκοπού η γλυκότη»

Του Απόστολου Κουρουπάκη

Του Απόστολου Κουρουπάκη

kouroupakisa@kathimerini.com.cy

Η ομάδα «βιταμίνα» παρουσιάζει τον «Ερωτόκριτο» του Βιντσέντζου Κορνάρου και στην «Κ» μιλάει ο μουσικός Δημήτρης Σπύρου

Η ομάδα «βιταμίνα» παρουσιάζει σε κοινότητες της Κύπρου τον «Ερωτόκριτο» του Βιντσέντζου Κορνάρου, σε σκηνοθεσία Παναγιώτη Μπρατάκου, η δε δράση στηρίζεται από τις Πολιτιστικές Υπηρεσίες του Υπουργείου Παιδείας, μέσα από το σχέδιο Πολιτιστικής Αποκέντρωσης. Τη μουσική της παράστασης έχουν αναλάβει οι Δημήτρης Σπύρου και Ανδρέας Ροδοσθένους, στις ερμηνείες νέοι ηθοποιοί, οι οποίοι, όπως αναφέρεται στο δελτίο Τύπου, σαν μια ομάδα περιπλανώμενων θεατρίνων, θα αναλάβουν να δημιουργήσουν ένα πανηγύρι για τον έρωτα, μέσα στο οποίο θα αναπαραστήσουν και θα τραγουδήσουν τα πάθη και τα κατορθώματα του Ερωτόκριτου και τον αγνό έρωτά του με την Αρετούσα, συνδυάζοντας ποικίλα είδη και ύφη της μουσικής παράδοσης, συνδέοντας το δημοτικό τραγούδι με την σύγχρονη ηλεκτρονική μουσική και τα παραδοσιακά τσιαττιστά με τα σύγχρονα ακούσματα». Στην «Κ» μίλησε ο μουσικός Δημήτρης Σπύρου, ο οποίος μου λέει ότι ο «Ερωτόκριτος» είναι ένα ιδιαίτερο και πλούσιο κείμενο και αυτός ίσως να είναι ένας από τους κύριους λόγους που αποφάσισαν να ασχοληθούν με αυτό. Τονίζει επίσης τη σημασία της καταγραφής της μουσικής παράδοσης της Κύπρο, ώστε οι νεότεροι να έχουν κάπου να για να πιαστούν.

–Κατ’ αρχάς να πούμε τι ακριβώς θα δούμε στην παράστασή σας…

–Στην παράσταση θα δείτε ένα θίασο περιπλανώμενων θεατρίνων που θα προσπαθήσουν ως μια παρέα να πουν την ιστορία του Ερωτόκριτου. Η ομάδα αποτελείται από τον Παναγιώτη Μπρατάκο στη σκηνοθεσία και ερμηνεία, εμένα και τον Ανδρέα Ροδοσθένους ως μουσικοί επί σκηνής, τον Αλέξανδρο Αχτάρ στην κίνηση και τους ηθοποιούς Κρίστη Χαραλάμπους, Ειρήνη Ανδρονίκου, Αντώνη Καλογήρου και Μιχάλη Καζάκα. Η παραγωγή είναι της ομάδας «βιταμίνα» και η δράση στηρίζεται από τις Πολιτιστικές Υπηρεσίες του Υπουργείου Παιδείας, μέσα από το σχέδιο Πολιτιστικής Αποκέντρωσης.

–Πώς και αποφασίσατε να ασχοληθείτε με ένα τόσο ιδιαίτερο κείμενο, όπως είναι ο «Ερωτόκριτος»;

«Έχουν μπει όλα σε μουσεία και καλούπια με αποτέλεσμα να ξεχνάμε το πιο βασικό: ότι η τέχνη γεννιέται και ζει από το συναίσθημα»

–Όντως είναι ένα ιδιαίτερο και πλούσιο κείμενο και αυτός ίσως να είναι ένας από τους κύριους λόγους που αποφασίσαμε να ασχοληθούμε με αυτό. Η γλώσσα του κειμένου είναι τόσο όμορφη, οι λέξεις σε τραβάνε σαν μαγνήτης με ατάκες που πιστεύω όρισαν μετέπειτα κείμενα, στίχους και τραγούδια. Είναι ένα κείμενο βλέπεις που θα ταίριαζε σε όποια εποχή και να το εντάξεις, με όποιο μουσικό ύφος και να το ντύσεις. Ασχολείται με θέματα οικουμενικά όπως είναι ο έρωτας, η φιλία, η τιμή αλλά και η υπέροχη τρέλα της νιότης. Όταν το ξαναδιάβασα πρόσφατα, όταν ακόμα σκεφτόμασταν αν θα το ανεβάσουμε, ο πρώτος μου συνειρμός ήταν η φράση του Εμπειρίκου από το ποίημά του «Καρπός Ελαίου»: «Νεότης τι ωραία που είναι τα μαλλιά σου / Τα χαϊμαλιά σου τα στολίζουν άνθη μυγδαλιάς που ανθεί σε χώρα πεδινή».

–Το ότι παρουσιάζετε στην κυπριακή ύπαιθρο ένα παραδοσιακό έργο μιας άλλης περιοχής, τι νομίζεις ότι προσφέρει; Έχει ρίσκο;

–Νομίζω ότι όποιο και να είναι το έργο που θα παρουσιάσεις, είτε είναι στην ύπαιθρο, είτε στην πόλη, είτε σε πλατείες, είτε σε θεατρικούς χώρους έχει τελικά το ίδιο ρίσκο αποδοχής ή μη αποδοχής. Το αν τελικά θα περάσει κάτι στο κοινό, αν θα είναι αρεστό δηλαδή ή όχι αυτό που κάνεις, δεν καθορίζει πάντα την ποιότητα της δουλειάς. Προσπαθούμε πάντα να περάσει ο λόγος στο κοινό, να γίνεται κατανοητό το τι προσπαθούμε να κάνουμε, αλλά πάντα αυτό εξαρτάται από πόσο ανοικτός είναι ο αποδέκτης. Κάθε παράσταση για μένα είναι σαν μια ζαριά που ρίχνεις. Ο «Ερωτόκριτος» πιστεύω ότι είναι ένα κείμενο που μπορεί να ακουστεί παντού, πόσο μάλλον στην ύπαιθρο της γειτονικής στην Κρήτη Κύπρο, τον Αύγουστο που οι άνθρωποι της πόλης και της υπαίθρου συνυπάρχουν μέσα στο φυσικό περιβάλλον.

–Ποιες είναι δυσκολίες που έχουν παρόμοια έργα τόσο στο να παρασταθούν, αλλά και να μελοποιηθούν;

–Ίσως οι δυσκολίες με τέτοια έργα να οφείλονται στην αντιμετώπισή τους ως κλασικοί ιεροί ογκόλιθοι, μεγαλοποιώντας την αποστολή του σκηνοθέτη ή του συνθέτη. Αν κάποιος διαβάσει το συγκεκριμένο κείμενο με ανοικτή καρδιά μπορεί να κερδίσει πάρα πολλά. Αντιμετωπίζοντας το έργο απλώς ως ένα όμορφο, υπέροχο κείμενο, τότε μπορείς συνεχώς να βρίσκεις ποιότητες και ομορφιές να αναπαραστήσεις, που σκηνοθετικά και μουσικά να πηγάζουν από εσένα τον ίδιο.

Το μπάσο λειτουργεί ως σολιστικό όργανο

–Ο «Ερωτόκριτος» έχει μια διακριτή μουσική πορεία, αυτό πόσο σας δυσκόλεψε;

–Σίγουρα είναι ένα κείμενο που μελοποιήθηκε πολύ όμορφα στο παρελθόν, που τραγουδήθηκε και ακόμη τραγουδιέται σε συναυλίες, θέατρα, ταβέρνες και σε παρέες. Απ’ ό,τι γνωρίζω, όμως, δεν υπάρχει διαγωνισμός μελοποίησης «Ερωτόκριτου» και αν υπήρχε σίγουρα δεν θα με αφορούσε. Όταν κάποιος αποφύγει να συγκρίνει τη δουλειά του με άλλες προηγούμενες δουλειές, τότε μπορεί να εκφράσει αυτό που πραγματικά νιώθει και σκέφτεται βάσει του τι παίρνει ο ίδιος, σε προσωπική βάση, από το κείμενο, το πώς μπορεί να το φιλτράρει μέσα από τον χαρακτήρα του και τις ιδέες του. Οπότε δεν με δυσκόλεψε, με μάγεψε μπορώ να πω.

–Κρίνοντας από άλλες πρόσφατες μελοποιήσεις σου, μαντεύω ότι ακολούθησες τον δικό σου δρόμο… Πώς «διάβασες» μουσικά τελικά τον «Ερωτόκριτο»;

–Η αρχική μου αντίδραση ήταν να μην ακούσω, ούτε να δω οτιδήποτε έχει γίνει στο παρελθόν σε σχέση με το κείμενο για να έχω μια καθαρή εικόνα στο τι μου βγάζει το κείμενο. Είναι με τέτοιο τρόπο γραμμένο που πιστεύω ότι θα μπορούσε να μελοποιηθεί με όσους τρόπους θέλεις και πάλι να στέκει και να έχει κάποια λογική. Η μουσική γράφτηκε σε συνεργασία με τον Α. Ροδοσθένους με τον οποίο συνεργαζόμαστε εδώ και καιρό και έτσι μπορώ να πω πως το διασκεδάσαμε πολύ. Αποφασίσαμε πως το μπάσο θα λειτουργήσει ως σολιστικό όργανο σε ορισμένα σημεία, προσπαθώντας έτσι να αναδείξουμε τις δυνατότητες του οργάνου και να το αφήσουμε να μας συνεπάρει. Συνδυάσαμε τους παραδοσιακούς δρόμους του ρεμπέτικου με το χιπ χοπ, το Balkan με το λαϊκό, το reggae με τις μαντινάδες, τα ταξίμια και τους αμανέδες με τον ηλεκτρονικό ήχο, το δραματικό με το κωμικό και την ουσία του πανκ με την ουσία του ρεμπέτικου, χωρίς να χρησιμοποιήσουμε λαούτα, μπουζούκια, βιολιά ή ηλεκτρικές κιθάρες.

Έχουν μπει παντού ταμπέλες και είδη

–Πόσο εύκολα μπορούν να συνδυαστεί το δημοτικό τραγούδι με τη σύγχρονη ηλεκτρονική μουσική και τα παραδοσιακά τσιαττιστά με τα σύγχρονα ακούσματα;

–Για μένα όλα συνδυάζονται εύκολα, γιατί όλα είναι το ίδιο, αν κοιτάξεις την ουσία των πραγμάτων. Ο ρεμπέτης που έζησε το ’30 στους τεκέδες, μαζί με τον Αφροαμερικανό που έζησε στα ’90 στο γκέτο και έπαιζε χιπ χοπ, δεν έχουν και πολλές διαφορές στον τρόπο ζωής τους ή στον τρόπο έκφρασής τους. Ο τεράστιος Βαμβακάρης που ήταν χασάπης και έμαθε μόνος του μπουζούκι, ο χιπχοπάς που έκλεβε λούπες για να φτιάξει παραγωγές, ο Ψαραντώνης με όλο τον πλούτο που μας παραδίδει ως αυτοδίδακτος, ο πανκ που με δύο συγχορδίες έφτιαχνε τραγούδια, ο τσιαττιστάρης, ο πιτσιρικάς που κάνει beatbox, όλοι έχουν ένα κοινό. Εκφραστήκαν με όποια μέσα είχαν, έχοντας ως γνώμονα το συναίσθημα. Αυτό είναι γενικά το πρόβλημα με τη μουσική και την τέχνη γενικότερα, έχουν όλα ταξινομηθεί σαν επιστημονική διάλεξη, έχουν μπει παντού ταμπέλες και είδη, έχουν μπει όλα σε μουσεία και καλούπια με αποτέλεσμα να ξεχνάμε το πιο βασικό: ότι η τέχνη γεννιέται και ζει από το συναίσθημα, είναι κάτι ζωντανό, κάτι που αναπνέει και κάτι που πρέπει να είναι ελεύθερο για όποιον θέλει να εκφραστεί διαλέγοντας όποιο ηχητικό τρόπο θέλει ή βρίσκει. Η τέχνη έρχεται από τον άνθρωπο και όχι από τον υπεράνθρωπο.

–Η μουσική παράδοση της Κύπρου σε ποιο βαθμό έχει αναδειχθεί;

–Αυτό είναι ένα τεράστιο και επίπονο θέμα. Αν κρίνει κάποιος την ιστορία αυτού του τόπου σίγουρα δεν έχει καταγραφεί ολόκληρη η μουσική παράδοση αλλά ένα μικρό της μέρος. Οι αντίστοιχες «μαντινάδες» της Κύπρου, τα «τσιαττιστά», θα μπορούσαν πιστεύω να υπάρχουν μέχρι σήμερα και να είναι ζωντανά χωρίς να έχουν τη δόση του φολκλόρ, ή ενός γραφικού αστείου του παρελθόντος. Ίσως να υπάρχουν φυσικά από τα πιτσιρίκια που κάνουν χιπχόπ και freestyle battles, αλλά ας μην τους το πούμε ακόμη μέχρι να το συνειδητοποιήσουν. Κάτι που μου είχε κάνει φοβερή εντύπωση σε ένα ταξίδι μου στην Κρήτη είναι ότι η παράδοση εκεί δεν είναι μουσειακή, αλλά κάτι ζωντανό, το οποίο εξελίσσεσαι συνεχώς από νέους ανθρώπους αλλά και μεγαλύτερους. Είχα την τύχη να γνωρίσω εκεί νέα παιδιά που ασχολούνταν με την παραδοσιακή μουσική και πραγματικά ήταν κάτι το αξιοθαύμαστο, μπορεί να έπαιζαν μια μελωδία η οποία είχε καταγραφεί πριν από εκατό χρόνια π.χ. αλλά με ένα δικό τους τρόπο, με σεβασμό πάντα δίνοντας, εξελίσσοντας την παράδοση με τον δικό τους χαρακτήρα. Αν με ρωτάς για τη μουσική της Κύπρου τώρα θα έλεγα ότι τον τελευταίο καιρό εξελίσσεται με ωραίο τρόπο, με ανθρώπους που κάνουν πράγματα, που προσπαθούν να φέρουν κάποια παραδοσιακά στοιχεία μέσα στην τέχνη τους, είτε είναι η γλώσσα, είτε μελωδίες, είτε απλώς ένα συναίσθημα. Το πρόβλημα όμως είναι ότι δεν υπάρχει αρκετό υλικό καταγραμμένο ώστε να έχουν κάτι για να πιαστούν. Ίσως τώρα να γράφεται μια μελλοντική παράδοση από κόσμο που φτιάχνει πράγματα. Αν με ρωτάς αν υπάρχει παραδοσιακή μουσική θα έλεγα πως υπάρχει αλλά παλεύει να ξεφύγει από την κρίση ταυτότητας που έχει.

Πληροφορίες
«Ερωτόκριτος» του Βιντσέντζου Κορνάρου, σκηνοθεσία Παναγιώτης Μπρατάκος.
Παραστάσεις: Λάνια: 2 Αυγούστου, Πάνω Πλάτρες: 5 Αυγούστου, Πωμός: 8 Αυγούστου, Πύργος Τυλληρίας: 9 Αυγούστου, Ανώγυρα: 14 Αυγούστου, Συλίκου: 16 Αυγούστου, έναρξη παραστάσεων 7:00 μ.μ.

Ευκαιρίες στα πιτσιρίκια
–Οι παραστάσεις υποστηρίζονται από το Πρόγραμμα Πολιτιστικής Αποκέντρωσης, έχει η κυπριακή ύπαιθρος, αλλά και οι μικρότερες πόλεις της χώρας τις πολιτιστικές εκδηλώσεις που πρέπει;
–Το θέμα νομίζω δεν είναι αν γίνονται οι πολιτικές εκδηλώσεις που πρέπει, γιατί κακά τα ψέματα και εμάς η παράστασή μας γίνεται τον Αύγουστο στα χωριά όπου θεατές δεν θα είναι μόνο ο κόσμος της υπαίθρου αλλά και άνθρωποι της πόλης που θα πάνε είτε για διακοπές είτε για μια βόλτα. Το θέμα είναι ότι ίσως η Κύπρος χρειάζεται να επενδύσει στο πολιτιστικό μέλλον αυτού του τόπου, να δώσει την ευκαιρία στα πιτσιρίκια να εκπαιδευτούν σε μια πιο μόνιμη βάση πάνω στην τέχνη με διάφορους και διαφορετικούς τρόπους, να δοθούν ευκαιρίες στους καλλιτέχνες να μπορούν να ζήσουν από την τέχνη τους, φτιάχνοντας δομές και υποδομές ώστε να μπορέσει να δημιουργηθεί κοινό.

ΣΧΕΤΙΚΑ TAGS

ΑΛΛΕΣ ΕΙΔΗΣΕΙΣ ΚΑΤΗΓΟΡΙΑΣ

ΑΛΛΕΣ ΚΑΤΗΓΟΡΙΕΣ