ΚΛΕΙΣΙΜΟ
Loading...
 

Μια σαλή ψαλμωδία, κραυγή για τον άνθρωπο

ΡΩΞΑΝΗ ΝΙΚΟΛΑΟΥ - Σαλός μαγνήτης εκδ. Φαρφουλάς, σελ. 74

Του Απόστολου Κουρουπάκη

Του Απόστολου Κουρουπάκη

kouroupakisa@kathimerini.com.cy

Η συλλογή της Ρωξάνης Νικολάου «Σαλός μαγνήτης» εκδόσεις Φαρφουλάς 2022 περιέχει 51 ποιήματα, με τη συλλογή να είναι χωρισμένη σε τρεις ενότητες, η πρώτη άτιτλη (31 ποιήματα), η δεύτερη με τίτλο «Εξ αίματος» (15 ποιήματα) και η τρίτη με τίτλο «Ψεύτης ύπνος» (7 ποιήματα). Κατά κάποιον τρόπο τα ποιήματα και στις τρεις ενότητες, με τον έναν ή τον άλλο τρόπο, συνομιλούν μεταξύ τους, έλκονται από το μαγνητικό πεδίο επί του οποίου έχει επιλέξει η Νικολάου να κινηθεί ποιητικά, δρασκελώντας το με τον τρόπο ενός σαλού, ενός παρατηρητή που μοιάζει να μην αντέχει την ανθρώπινη κατάσταση και την κοινωνία, όπως αυτή έχει διαμορφωθεί. Ολόκληρη η συλλογή στο ποίημά της «Αίνιγμα», όπου αναφέρεται εν είδει δημοσιογραφικών τίτλων ή τηλεγραφικώς καταστάσεις και ονόματα… Μία σαλή ψαλμωδία της ποιήτριας, που μου θυμίζει σιγομουρμούρισμα ενός σαλού, ενός αθλητή της πίστης, και γιατί όχι ενός παραπλανηθέντα μοναχού του μεσαίωνα, ενός ιδιότυπου κινηματογραφικού Penitenziagite.

Τα περισσότερα, αν όχι όλα, ποιήματα της συλλογής διαπραγματεύονται τη ζωή με μία μόρσιμη διάθεση, που όμως με μία δεύτερη ανάγνωση αποπνέουν μία περίεργη αισιοδοξία... ή την ανάγκη της ίδιας της ποιήτριας να νιώσει παρούσα και δυνατή απέναντι σε κάθε δυσκολία. Αυτό το βλέπουμε στα ποιήματα «Φαντασμαγορία», το οποίο ανοίγει και τη συλλογή: Γράφει στους τελευταίους δύο στίχους: «κι αυτός που ονειρεύεται ότι μακριά, πέρα από το λάκκο, υπάρχει η φαντασμαγορία της μέρας και της νύχτας»… «Το Τραγούδι του αέρα», όπου παρά το τέλος, τον αναπόφευκτο φυσικό θάνατο «θα τραγουδάει ο αέρας ότι μέχρι τέλους κράτησα» και στο «Να φυσάει το αεράκι»... όπου πάλι ο θάνατος δεν εμποδίζει τις μνήμες να υπάρχουν «και δεν θα με νοιάζει αν θα ’μαι πεθαμένη».

Διαβάζοντας τη συλλογή της Νικολάου αντιλαμβάνομαι πως η ποιήτρια αναζητεί συνεχώς απαντήσεις σε ερωτήματα που μοιάζουν να μην έχουν απαντήσεις, και απευθύνει τα ερωτήματά της είτε σε πρόσωπα, όπως στη μάνα («Πάλη»), είτε σε έννοιες όπως ο δρόμος ή τα δέντρα, τον άνεμο, τα πετεινά του ουρανού, ή τα ξερόχορτα «Τα ξερόχορτα». Η γλώσσα της Νικολάου είναι απλή, δεν επιχειρεί γλωσσικά δρασκελίσματα τέτοια που να φανερώνουν μεγαλοστομίες, έστω και αν ο αναγνώστης ίσως σε κάποια σημεία συναντήσει ερμητικά κλειστές πόρτες. Ζητάει από το αναγνωστικό κοινό να είναι προσεκτικό, να αναζητήσει τις λέξεις κλειδιά για να ανοίξουν οι κλειστές πόρτες κάποιων ποιημάτων.

Την ποιήτρια την απασχολεί το παρελθόν, το άδηλο και θολό παρελθόν, και τα πρόσωπα που το αποτελούν, «Το παγωμένο δέρμα της ύπαρξης», «Στο προσκέφαλό σου», «Είμαι το ασφούγγιστο δάκρυ στο πηγούνι σου Θεέ», «Η τραγουδιστή φωνή της μητέρας του» και άλλα.

«Ποτάμι περασμένης ώρας κυλάει σιγαλά τα νερά τα παιδιά μαζεύουν από το στήθος μου τις κηλίδες των δακρύων· ποτίζουν τα πουλιά», «Αιγύπτιος εργάτης», «Τόσο νερό στην πληγή, τόση δροσιά στη στάχτη, τόσο αίμα στη φωνή, το ζύγισμα που μας χωρίζει», «Σε πέντε χρόνια ένα βρέφος γίνεται πέντε χρονών κι εσύ ένα μερονύχτι». Ποιήματα ποιητικής, μα και ανθρώπινα, άλλωστε τι είναι η ποίηση, αν δεν είναι λεκτική φωτογραφία της κοινωνίας…

Στη συλλογή η αίσθηση της χωροχρονικότητας και μιας λανθάνουσας θρησκευτικότητας είναι διάχυτη, σε επίπεδο τόσο μεταφυσικό όσο και πίστης στην τέχνη της ποίησης, η οποία εκφράζεται με έναν παράδοξο τρόπο που κατά τη γνώμη μου δικαιολογεί και απόλυτα την πρώτη λέξη του τίτλου της συλλογής, σαλός... το ποιητικό υποκείμενο άλλωστε βλέπει οράματα και σκιές, κατεβαίνει σε υπόγεια και κάθεται σε σκοτεινές γωνιές, σχεδόν ως παρασυνάγωγο ον, παρατηρεί ανθρώπους και πράγματα να αλληλεπιδρούν «Στην ήσυχη γειτονιά», και αυτό μάλλον κατατάσσει κάποιο πρόσωπο στους αλαφροΐσκιωτους, στους σαλούς, που μάλλον μαγνητίζουν τα βλέμματα... προσωπικά έτσι αποκωδικοποιώ τη δεύτερη λέξη του τίτλου, μαγνήτης. Ο «Σαλός μαγνήτης», λοιπόν, της Νικολάου είναι ο αγώνας που περιγράφει η ίδια στο πρώτο ποίημα της τρίτης ενότητας που κλείνει και τη συλλογή, το «Αν ήταν να γίνω σαλός μαγνήτης Θεέ μου για τα σκουπιδάκια και χνούδια του αέρα όχι γι’ αυτούς», ο σαλός μαγνήτης μαζεύει ό,τι ξέμεινε από το συσσίτιο της μέρας. Κλείνει η συλλογή με αισιοδοξία, «[…] δυνατή χαρά με ξυπνά το πρωί, τι ρόλος κι αυτός, τι απίθανος ρόλος.».

ΣΧΕΤΙΚΑ TAGS
ΣΧΟΛΙΑΣΤΕ

Βιβλίο: Τελευταία Ενημέρωση