ΚΛΕΙΣΙΜΟ
Loading...
 
 
Απόστολος Κουρουπάκης

Τα λόγια της καρδιάς μας

Του Απόστολου Κουρουπάκη

Του Απόστολου Κουρουπάκη

kouroupakisa@kathimerini.com.cy

Περπάτησα τις προάλλες στον Συνοικισμό Στρόβολος ΙΙ. Ο αρχικός σκοπός ήταν να συγκεντρώσω μικρές ιστορίες εγκατάστασης προσφύγων, μετά τον πόλεμο του 1974 και τον βίαιο εκτοπισμό χιλιάδων Ε/κ από τις πατρογονικές τους εστίες. Ποιοι είναι αυτοί οι άνθρωποι, από πού έφυγαν, πώς ήταν οι πρώτοι μήνες και άλλα παρόμοια. Τετριμμένα ίσως και πολλάκις ειπωμένα, ίσως να σκεφτείτε. Μπορεί, αλλά δεν παύει τα λεγόμενά τους να είναι κοινωνιολογικά και ιστορικά πολύ ενδιαφέροντα, αλλά και πολύ σημαντικά, διότι είναι το αποτύπωμα των πολύ απλών ανθρώπων. Με ενδιαφέρουν αυτοί άνθρωποι, οι σιωπηροί πρωταγωνιστές της ιστορίας, που όμως δεν έκαναν λαμπρά και μεγάλα. Έχει σημασία η ιστορία να μελετά αυτές τις απλές πράξεις, έχει σημασία πού και πού να δίνεται φωνή από τα Μέσα σε αυτούς τους απλούς ανθρώπους και ας τα έχουν ξαναπεί, γιατί αυτή είναι μια άλλη Κύπρος, που χάνεται οριστικά…

Ο αρχικός σκοπός, ωστόσο, αμέσως μετά την πρώτη μου επίσκεψη στην αυλή της κας Μαρίας από τη Λάπηθο, άλλαξε. Έκλεισα το μαγνητοφωνάκι μου, άφησα τη φωτογραφική μηχανή μου και σταμάτησα να κάνω ερωτήσεις. Απλώς άκουγα την απάντηση στην πρώτη ερώτηση που έκανα «από πού είστε και πότε ήλθατε στον συνοικισμό;». «Από τη Λάπηθο της Κερύνειας», απάντησε η κα Μαρία, «έχει πολλά χρόνια, σαράντα και βάλε…». Χωρίς ανάσα η απάντηση συνέχιζε λέγοντάς μου πόσο δύσκολα είναι τα πράγματα στον συνοικισμό, την κατάσταση των οικιών τους, τα προβλήματα μετακίνησης. Πώς μεγάλωσαν τα παιδιά τους σε αυτά τα μικρά σπιτάκια…

Στις επόμενες αυλές έκανα μόνο την ερώτηση «από πού είστε». Ο κος Ανδρέας ήταν από την Κυρά της Μόρφου, η κα Περσεφόνη από το Παλαίκυθρο, ο κος Πέτρος από το Συγχαρί, ο οποίος μου τόνισε, «Πέτρος Νικολάου, του παπά Πέτρου», ο κος Νίκος από το ∆ίκωμο, ο κος Γιάννης από κάποιο χωριό της επαρχίας Λευκωσίας, η κα Ευαγγελία από το Ριζοκάρπασο, μία κυρία, ποτίζοντας τα λουλούδια της «από πολλά χωρκά». Μετά από την απάντηση του τόπου καταγωγής τους, όλοι έφευγαν από το παρελθόν και περνούσαν στο παρόν ή στο πολύ πρόσφατο παρελθόν. Αυτό που τόνιζαν είναι πως έκαναν ό,τι περνούσε από το χέρι τους για να ζήσουν τις οικογένειές τους, αφότου άφησαν τα τσαντίρια και μπήκαν στα σπίτια του συνοικισμού και έπρεπε να πλέον να αλλάξουν συνήθειες, να συνηθίσουν στη νέα τάξη πραγμάτων, να διαχειριστούν ενδεχομένως τραύματα από τον πόλεμο. Σχεδόν όλοι ήθελαν να με κεράσουν κάτι οπωσδήποτε, άλλοι μου άνοιξαν την αυλόπορτα και άλλοι πλησίασαν στο κάγκελο, όταν με είδαν να πλησιάζω. Η ατμόσφαιρα του συνοικισμού, ωστόσο, ήταν βαριά, ένιωθες ότι η Πολιτεία μοιάζει να ξεχρέωσε με αυτούς τους ανθρώπους, όταν τους παραχώρησε τα σπίτια, και όταν ενίοτε έκανε απαραίτητες εργασίες συντήρησης. Η Κύπρος των συνοικισμών είναι η άλλη Κύπρος, η Κύπρος που χάθηκε το 1974, μα και η Κύπρος που έμελλε να χαθεί μετά το 1974, όταν οι συνοικισμοί έγιναν γκέτο… Θεωρώ τους συνοικισμούς ένα εξαιρετικό κρατικό παράδειγμα αδιαφορίας και εξάλειψης της ζώσας μνήμης. Η Πολιτεία, η επίσημη Κυπριακή ∆ημοκρατία, έβλεπε αυτούς τους ανθρώπους ως τελειωμένες υποθέσεις, κατοίκους παρίες στις περιφέρειες των μεγάλων αστικών κέντρων και έτσι τους συμπεριφέρθηκε, κομποστοποιώντας τους.

Κι όμως τα χαμόγελα, ανθρώπων που πέρασαν δύσκολα, δεν είναι δυσεύρετα. Ο κος Πέτρος από το Συγχαρί καθισμένος στον ίσκιο ενός πανύψηλου κυπαρισσιού μου είπε: «Εδώ μέσα πέθανε ο πατέρας μου, ο πεθερός μου, εδώ μεγάλωσα τα παιδιά μου… Τώρα περιμένω τη σύζυγο από το νοσοκομείο»… Είχε πάρει τον κλώνο του κυπαρισσιού από τον καταυλισμό της Κρατικής Έκθεσης, στον οποίο έζησε με την οικογένειά του σχεδόν τρία χρόνια, τον φύτεψε στην αυλή της προσφυγικής του κατοικίας και σήμερα 40 και βάλε χρόνια μετά με αποχαιρέτησε χαμογελώντας, λέγοντάς μου «Με τα λόγια τα δικά μας, αναπαύκεται η καρκιά μας», γιε μου.

ΣΧΕΤΙΚΑ TAGS
ΣΧΟΛΙΑΣΤΕ Συνδεθείτε

ΑΛΛΕΣ ΕΙΔΗΣΕΙΣ ΚΑΤΗΓΟΡΙΑΣ

ΑΛΛΕΣ ΚΑΤΗΓΟΡΙΕΣ