ΚΛΕΙΣΙΜΟ
Loading...
 

ΥΠΟΙΚ: Η αύξηση του ΑΕΠ θα συνεχίσει στο 2,8%

Το δημοσιονομικό ισοζύγιο παραμένει πλεονασματικό και εκτιμάται ότι θα φθάσει το 2,3% του ΑΕΠ κατά μέσο όρο, την περίοδο 2023-2026

Kathimerini.com.cy

info@kathimerini.com.cy

Με βάση το βασικό μακροοικονομικό σενάριο του Υπουργείου Οικονομικών, το οποίο συμπίπτει απόλυτα με τις εαρινές προβλέψεις της Ευρωπαϊκής Επιτροπής αλλά και την μεταπρογραμματική αξιολόγηση του Οίκου Fitch, η αύξηση του Ακαθάριστου Εγχώριου Προϊόντος θα συνεχίσει με ένα θετικό ρυθμό γύρο στο 2,8%. Σύμφωνα με τον Υπουργό Οικονομικών, κ. Μάκη Κεραυνό, είναι ένας ρυθμός που είναι 3 φορές ο μέσος όρος της Ευρωζώνης που ορίζεται στο 1%. Όπως είπε, η συνεχής αύξηση των επιτοκίων όπως ξέρετε αποτρέπει τις επενδύσεις και ο δομικός πληθωρισμός παραμένει ψηλός περίπου στο 4,9%, παρά το γεγονός ότι ο πληθωρισμός σήμερα βρίσκεται λίγο πιο πάνω από το 3% και αναμένεται το 2023 να κλείσει με 3,2%, και 2,5% το 2024. Ο Υπουργός υπενθύμισε στην Ετήσια Γενική Συνέλευση Συνδέσμου Τραπεζών Κύπρου 2023 ότι ο πληθωρισμός μειώνει το διαθέσιμο εισόδημα των νοικοκυριών. Τα δεδομένα αυτά αποτελούν την κύρια αιτία της αποκλιμάκωσης του ρυθμού αύξησης του ΑΕΠ ο οποίος όμως παραμένει συγκριτικά ισχυρός, και το 2024 εκτιμάται ότι θα είναι γύρο στο 3%.

Το δημοσιονομικό ισοζύγιο παραμένει πλεονασματικό και εκτιμάται ότι θα φθάσει το 2,3% του ΑΕΠ κατά μέσο όρο, την περίοδο 2023-2026. Το Δημόσιο Χρέος εκτιμάται ότι θα μειωθεί στο 81,1% του ΑΕΠ κατά το τέλος του 2023 από 86,5% του 2022, και αναμένεται να συνεχίσει την καθοδική του πορεία προς το 60% το 2026. Η ανεργία αναμένεται να συνεχίσει τη σταδιακή αποκλιμάκωση πλησιάζοντας το 5% το 2026.

Στο πλαίσιο της ομιλίας του Υπουργού Οικονομικών κ. Μάκη Κεραυνού στην Ετήσια Γενική Συνέλευση Συνδέσμου Τραπεζών Κύπρου 2023 ο κ. Υπουργός μοιράστηκε τις προκλήσεις και τις προοπτικές της Κυπριακής Οικονομίας, περιλαμβανομένου και του τραπεζικού τομέα.

Αυτούσια η ομιλία

Πρέπει να πω ότι ο Σύνδεσμος Τραπεζών Κύπρου, ως εκπρόσωπος του Τραπεζικού Τομέα και των Τραπεζών μελών του, διαχρονικά έχει να επιδείξει ένα δημιουργικό και παραγωγικό ρόλο, για τις χρηματοοικονομικές και τραπεζικές εξελίξεις, ιδιαίτερα τα τελευταία χρόνια όπου οι προκλήσεις ήταν και μεγάλες και συνεχείς και ακόμα συνεχίζονται. Οι δράσεις του Συνδέσμου ήταν και είναι πάντοτε μέσα στα όρια της ορθολογικής εκπροσώπησης των συμφερόντων των μελών του, αλλά και στα όρια του γενικότερου συμφέροντος της οικονομίας, αναπτύσσοντας γόνιμες συνεργασίες με φορείς, Υπουργεία, Κοινοβούλιο, ΜΜΕ και κυρίως με Ευρωπαϊκούς Τραπεζικούς θεσμούς όπως η Ευρωπαϊκή Τραπεζική Ομοσπονδία και άλλες διεθνείς Ενώσεις Τραπεζών.

Ιδιαίτερα γι’ αυτό το ρόλο, θα ήταν παράλειψη να μην αναφερθώ στον Γενικό Διευθυντή του Συνδέσμου, τον Μιχάλη Καμμά, για τις σημαντικές πρωτοβουλίες του σε ευρωπαϊκό επίπεδο, ο οποίος σήμερα δεν μπορεί να είναι μαζί μας .

Δεν θα μπορούσα βέβαια να μην αναφερθώ επίσης, στις πρόσφατες επαφές και συζητήσεις μου τόσο με τις τράπεζες μας όσο και με τον Σύνδεσμο Τραπεζών, αναφορικά με τις συνεχείς αυξήσεις των επιτοκίων από την Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα και τις επιπτώσεις τους στα νοικοκυριά, τις επιχειρήσεις και γενικότερα την οικονομία.

Δράττομαι της ευκαιρίας, της παρουσίας μου εδώ, για να εκφράσω δημόσια, ακόμα μια φορά, την ικανοποίηση μου, για τις πρώτες θετικές αντιδράσεις των τραπεζών, η κάθε μια βέβαια με τους δικούς της μηχανισμούς και το δικό της τρόπο, πάντοτε σε συνεργασία με την Κεντρική Τράπεζα, όσον αφορά την απορρόφηση του αυξημένου κόστους από την αύξηση των επιτοκίων , αλλά και όσον αφορά τη διαμόρφωση των καταθετικών επιτοκίων.

Μόλις πρόσφατα είδαμε ακόμα μια αύξηση των επιτοκίων από την Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα, έστω και σε μικρότερο ποσοστό, αφού ο πληθωρισμός συνεχίζει να παραμένει σε ψηλά επίπεδα, σε ευρωπαϊκό επίπεδο.

Είμαι βέβαιος ότι οι τράπεζες μας θα συνεχίσουν να παρακολουθούν στενά τις εξελίξεις αυτές και αναμένω ότι θα ακολουθήσουν και άλλα θετικά βήματα, από όλες τις τράπεζες, γιατί γνωρίζουν καλά ότι η συνεχής βελτίωση του χρηματοπιστωτικού τομέα, είναι άρρηκτα συνδεδεμένη με την οικονομική σταθερότητα, η οποία με τη σειρά της βασίζεται στην υγιή οικονομική κατάσταση και επαρκή βιωσιμότητα των νοικοκυριών μας και των επιχειρήσεων μας, οι οποίες στην πλειοψηφία τους είναι μικρές και μεσαίες επιχειρήσεις. Καθοριστική βέβαια προϋπόθεση, για οικονομική σταθερότητα είναι η ανάπτυξη μιας σταθερής οικονομικής πολιτικής που να διασφαλίζει μια βιώσιμη ανάπτυξη, μέσα σε ένα πλαίσιο δημοσιονομικής πειθαρχίας και χρηματοπιστωτικής σταθερότητας. Η προϋπόθεση αυτή αποτελεί πάγια πολιτική της Κυβέρνησης του Προέδρου Νίκου Χριστοδουλίδη.

Την περασμένη βδομάδα παρευρέθηκα στις συνεδρίες του Eurogroup και Ecofin, όπου μεταξύ άλλων θεμάτων, στα πλαίσια της αξιολόγησης του πρώτου εξαμήνου, αναλύθηκε και συζητήθηκε η κατάσταση της Κυπριακής Οικονομίας και η μελλοντική της πορείας.

Η διαπίστωση των θεσμών της Ευρωπαϊκής Ένωσης είναι ότι η οικονομίας μας παραμένει αξιόπιστη και ικανή να ανταποκριθεί σε όλες τις ευρωπαϊκές και διεθνείς υποχρεώσεις της.

Δεν είναι τυχαία, η πριν τρεις μέρες πιστοληπτική αξιολόγηση των Fitch, με την οποία επιβεβαιώνεται η αξιολόγηση της Κύπρου στη βαθμίδα BBB με σταθερή προοπτική, 1 βαθμίδα δηλαδή πάνω από την επενδυτική κατηγορία. Χαιρετίζουμε την έκθεση των Fitch και την επιβεβαίωση ότι το ισοζύγιο της Κυβέρνησης θα παραμείνει πλεονασματικό τα επόμενα δύο χρόνια, αλλά ταυτόχρονα σημειώνουμε όλες τις υποδείξεις τις οποίες με πολλή προσοχή θα μελετήσουμε, για όποια αναγκαία προσαρμογή.

Με βάση το βασικό μας μακροοικονομικό σενάριο, το οποίο συμπίπτει απόλυτα με τις εαρινές προβλέψεις της Ευρωπαϊκής Επιτροπής αλλά και με την προαναφερθείσα μεταπρογραμματική αξιολόγηση, η αύξηση του Ακαθάριστου Εγχώριου Προϊόντος θα συνεχίσει με ένα θετικό ρυθμό γύρο στο 2,8%. Ένας ρυθμός που είναι 3 φορές ο μέσος όρος της Ευρωζώνης που ορίζεται στο 1%. Η συνεχής αύξηση των επιτοκίων όπως ξέρετε αποτρέπει τις επενδύσεις και ο δομικός πληθωρισμός παραμένει ψηλός περίπου στο 4,9%, παρά το γεγονός ότι ο πληθωρισμός σήμερα βρίσκεται λίγο πιο πάνω από το 3% και αναμένεται το 2023 να κλείσει με 3,2%, και 2,5% το 2024. Ο πληθωρισμός όπως επίσης γνωρίζετε μειώνει το διαθέσιμο εισόδημα των νοικοκυριών. Τα δεδομένα αυτά αποτελούν την κύρια αιτία της αποκλιμάκωσης του ρυθμού αύξησης του ΑΕΠ ο οποίος όμως παραμένει συγκριτικά ισχυρός, και το 2024 εκτιμάται ότι θα είναι γύρο στο 3%.

Το δημοσιονομικό ισοζύγιο παραμένει πλεονασματικό και εκτιμάται ότι θα φθάσει το 2,3% του ΑΕΠ κατά μέσο όρο, την περίοδο 2023-2026. Το Δημόσιο Χρέος εκτιμάται ότι θα μειωθεί στο 81,1% του ΑΕΠ κατά το τέλος του 2023 από 86,5% του 2022, και αναμένεται να συνεχίσει την καθοδική του πορεία προς το 60% το 2026. Η ανεργία αναμένεται να συνεχίσει τη σταδιακή αποκλιμάκωση πλησιάζοντας το 5% το 2026.

Κύρια και σταθερή οικονομική πολιτική της Κυβέρνησης, παραμένει η διασφάλιση της Μακροοικονομικής σταθερότητας, στα πλαίσια άσκησης Δημοσιονομικής πειθαρχίας και χρηματοπιστωτικής σταθερότητας, ώστε να συνεχιστεί η οικονομική μεγέθυνση και η δημιουργία πρόσθετων θέσεων απασχόλησης.

Η κυβέρνηση θα συνεχίσει την πολιτική αντιμετώπισης του πληθωρισμού και της ακρίβειας, πρόσθετα από τα συγκεκριμένα μέτρα που ήδη λήφθηκαν και ανακοινώθηκαν. Στόχος της κυβέρνησης δεν είναι μόνο η συνέχιση της οικονομικής μεγέθυνσης , δηλαδή η αύξηση του ΑΕΠ αλλά αναγνωρίζοντας τη μεγέθυνση ως προϋπόθεση, στοχεύει και στην ανάπτυξη της πραγματικής οικονομίας.

Προς την κατεύθυνση αυτή συνηγορούν και οι δεδομένες κυβερνητικές πολιτικές και μέτρα που οδηγούν στην πράσινη και στη ψηφιακή οικονομία. Προς αυτή την κατεύθυνση παραμένουν και οι θέσεις πολιτικής της κυβέρνησης για τις μεταρρυθμίσεις στην Τοπική Αυτοδιοίκηση, στη Δικαιοσύνη και στη Δημόσια Υπηρεσία.

Πρόσθετες πολιτικές της κυβέρνησης που στοχεύουν στην πραγματική ανάπτυξη με ποιοτικά στοιχεία, οι οποίες ήδη άρχισαν να υλοποιούνται, είναι η φορολογική μεταρρύθμιση και ενθάρρυνση ξένων επιχειρήσεων στους τομείς της τεχνολογίας, για εγκατάσταση στην Κύπρο, δημιουργώντας ποιοτικές και αμειπτικές θέσεις απασχόλησης, αλλά ταυτόχρονα μεταφέροντας εμπειρία και τεχνογνωσία.

Καθοριστικό ρόλο στη συλλογική αυτή προσπάθεια αναμένεται και πρέπει να διαδραματίσει ο τραπεζικός τομέας, τον οποίο στη βάση της δικής μου εμπειρίας ως εποπτευόμενος και ως επόπτης, μέλος του Διοικητικού Συμβουλίου της Κεντρικής Τράπεζας, χαρακτηρίζω ως το νευρικό σύστημα της οικονομίας.

Ο τραπεζικός τομέας της Κύπρου έχει πραγματοποιήσει τα τελευταία χρόνια αξιόλογα βήματα προόδου, έχει ισχυρή κεφαλαιουχική βάση και ισχυρή ρευστότητα. Ταυτόχρονα όμως οι προκλήσεις και οι κίνδυνοι παραμένουν ορατοί. Οι πρόσφατοι τραπεζικοί κλυδωνισμοί στις ΗΠΑ και στην Ελβετία, μας τους θυμίζουν. Παραμένουν επίσης οι κίνδυνοι των πληθωριστικών πιέσεων και οι γεωπολιτικοί κίνδυνοι από τη Ρωσική εισβολή στην Ουκρανία και από την ένταση στις σχέσεις ΗΠΑ και Κίνας.

Προκλήσεις για τις τράπεζες μας παραμένουν , η αποτελεσματική εφαρμογή διαχείρισης κινδύνου, η τεχνολογική καινοτομία που άμεσα σχετίζεται με την κυβερνοασφάλεια και οι υποχρεώσεις από την εφαρμογή και υλοποίηση των οδηγιών της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας και των εποπτικών μηχανισμών της.

Σημαντική εξέλιξη αποτελούν τα σημαντικά θέματα που άρχισαν να συζητούνται στα Συμβούλια των Υπουργών Οικονομικών της Ε.Ε., τόσο στο Eurogroup όσο και στο ECOFIN. Αναφέρομαι συγκεκριμένα για την ολοκλήρωση της Τραπεζικής Ένωσης με τη δημιουργία του Τρίτου Πυλώνα ενός Ευρωπαϊκού Συστήματος ασφάλισης των Τραπεζικών καταθέσεων, την ενοποίηση των κεφαλαιαγορών καθώς και το Digital Euro. Και τα τρία αυτά σημαντικά θέματα δεν μπορούν να προχωρήσουν χωρίς τη συμμετοχή των τραπεζών.

Τέλος, θα ήθελα να κλείσω με την ευχή, να δημιουργηθούν εκείνες οι συνθήκες ώστε οι τράπεζες μας να επανεκκινήσουν την χρηματοδότηση τους προ την πραγματική οικονομία, σε ικανοποιητικά επίπεδα, προς όφελος της οικονομίας και των τραπεζικών ιδρυμάτων.

ΣΧΟΛΙΑΣΤΕ

Άλλα άρθρα συγγραφέα

Kathimerini.com.cy

Οικονομία: Τελευταία Ενημέρωση