ΚΛΕΙΣΙΜΟ
Loading...
 

Ο πόλεμος του Πούτιν θρέφει το ΝΑΤΟ

Η ένταξη Σουηδίας και Φινλανδίας διαμορφώνει μια νέα τάξη πραγμάτων στην Ευρώπη, ενισχύοντας την αμερικανική ηγεμονία

Kathimerini.gr

Πέτρος Παπακωνσταντίνου

Εχοντας συγκεντρώσει ισχυρά ρωσικά στρατεύματα στα σύνορα με την Ουκρανία, ο Βλαντιμίρ Πούτιν έστειλε στις 21 Δεκεμβρίου το γνωστό τελεσίγραφο προς το Κίεβο και τη Δύση, αναγορεύοντας σε casus belli την ένταξη της Ουκρανίας στο ΝΑΤΟ. Λίγο αργότερα, στις 7 Φεβρουαρίου, καθώς επέστρεφε από Μόσχα και Κίεβο ύστερα από την τελευταία προσπάθειά του για αποτροπή του πολέμου, ο Εμανουέλ Μακρόν, απαντώντας σε ερώτηση δημοσιογράφου, δήλωσε ότι η «φινλανδοποίηση» της Ουκρανίας είναι ένα από τα σενάρια που «βρίσκονται στο τραπέζι».

Αιώνες μοιάζουν να έχουν περάσει από τότε. Ο όρος «φινλανδοποίηση», που μέχρι χθες ήταν συνώνυμος της ουδετερότητας μιας χώρας έναντι ενός πολύ ισχυρότερου γείτονα, δεν υπάρχει πια στο διεθνές διπλωματικό λεξιλόγιο. Φινλανδία και Σουηδία, δύο παραδοσιακά ουδέτερες χώρες με σοσιαλδημοκρατικές κυβερνήσεις, υπέβαλαν από κοινού αίτηση ένταξης στο ΝΑΤΟ, καθώς η ρωσική εισβολή στην Ουκρανία είχε οδηγήσει σε ριζική μεταστροφή της κοινής γνώμης: μέχρι και το 2021, το ποσοστό των υποστηρικτών της ένταξης περιοριζόταν σε 20%-25%, ενώ τώρα είναι σαφώς πλειοψηφικό.

Ο Ερντογάν προσπαθεί να εκμεταλλευθεί την αναβαθμισμένη, λόγω Ουκρανικού, θέση της Τουρκίας, αλλά οι Αμερικανοί είναι απίθανο να υποχωρήσουν στο Κουρδικό.

Είναι χαρακτηριστικό ότι ακόμη και η «Αριστερή Συμμαχία» της Φινλανδίας, κόμμα της ριζοσπαστικής Αριστεράς, δήλωσε ότι, παρά την αντίθεσή της στην ένταξη, δεν σκοπεύει να αποσύρει τους υπουργούς της από την κυβέρνηση συνεργασίας. Αντί να αποδυναμώσει το μέχρι πρότινος «εγκεφαλικά νεκρό», κατά Μακρόν, ΝΑΤΟ ο Βλαντιμίρ Πούτιν, με τη μοιραία επιλογή της 24ης Φεβρουαρίου, κατάφερε να το κάνει ισχυρότερο από ποτέ.

Παραδόξως, η αντίδραση του Ρώσου προέδρου στην ιστορική αυτή εξέλιξη (που μένει να επικυρωθεί, γιατί προς το παρόν υπάρχει ο σκόπελος Ερντογάν) ήταν υποτονική. Δήλωσε ότι η Μόσχα «δεν έχει πρόβλημα με αυτή καθ’ εαυτή» την ένταξη και ότι θα σταθμίσει τις αντιδράσεις της με κριτήριο το κατά πόσον θα ενισχυθούν υποδομές του ΝΑΤΟ που στρέφονται εναντίον της. Προφανώς είχε κατά νουν τις δεσμεύσεις των δύο σκανδιναβικών χωρών –κατά το πρότυπο της Νορβηγίας και της Δανίας– ότι δεν θα εγκαταστήσουν πυρηνικά όπλα, ούτε ξένες βάσεις στα εδάφη τους.

Παρ’ όλα αυτά, η σοβαρότητα της εξέλιξης δεν μπορεί να υποβαθμιστεί. Πρώτα απ’ όλα, γιατί παρόμοιες δεσμεύσεις μπορεί κάλλιστα να ανατραπούν στην επόμενη, μεγάλη κρίση. Επειτα, γιατί με τη νέα διεύρυνση του ΝΑΤΟ, τα σύνορά του με τη Ρωσία υπερδιπλασιάζονται, από 1.215 σε 2.355 χιλιόμετρα. Η Αγία Πετρούπολη θα βρίσκεται στο εξής σε απόσταση μόλις 150 χιλιομέτρων από τα εχθρικά κανόνια, ενώ η Βαλτική μετατρέπεται σχεδόν σε νατοϊκή λίμνη, με δύο στενές ρωσικές διόδους, στην Αγία Πετρούπολη και τον θύλακο του Καλίνινγκραντ, σφηνωμένο μεταξύ Πολωνίας και Λιθουανίας.

 

Ο πόλεμος του Πούτιν θρέφει το ΝΑΤΟ-1

 

Το ερώτημα

Γιατί όμως οι δύο σκανδιναβικές χώρες, που βολεύονταν μια χαρά επί δεκαετίες με το καθεστώς ουδετερότητας απέναντι σε μία κομμουνιστική υπερδύναμη, συντάσσονται με το ΝΑΤΟ απέναντι σε μια πολύ ασθενέστερη και ουδόλως κομμουνιστική Ρωσία;

Η ρωσική εισβολή στην Ουκρανία ασφαλώς έπαιξε ρόλο καταλύτη, αλλά η προσέγγιση της Σουηδίας και της Φινλανδίας με το ΝΑΤΟ είχε δρομολογηθεί από καιρό. Ο βασικός λόγος είναι ότι στον Ψυχρό Πόλεμο υπήρχε το μοίρασμα της Ευρώπης με τη συμφωνία της Γιάλτας και, μετά το 1975, τις συμφωνίες του Ελσίνκι, που άφηναν περιθώρια ουδετερότητας στις ειδικές, λόγω Ιστορίας, περιπτώσεις, όπως η Σουηδία, η Φινλανδία, η Αυστρία και η Ελβετία. Μετά τη διάλυση της ΕΣΣΔ, διολισθαίνουμε προς μια χωρίς κανόνες σύγκρουση για το ξαναμοίρασμα του κόσμου μεταξύ εδραιωμένων και αναδυόμενων μεγάλων δυνάμεων, όπου τα περιθώρια για ουδετερότητα συρρικνώνονται δραματικά. Για τη Φινλανδία και τη Σουηδία, οι βλέψεις τους για το μοίρασμα της Αρκτικής, με τα τεράστια αποθέματα υδρογονανθράκων και πολύτιμων ορυκτών, είναι ένα από τα σημαντικά κίνητρα ένταξης στο αντιρωσικό μπλοκ.

Η νέα διεύρυνση του ΝΑΤΟ διαμορφώνει μια καινούργια τάξη πραγμάτων στην Ευρώπη. Ο πρώτος γενικός γραμματέας της Συμμαχίας, λόρδος Ισμέι, είχε πει ότι αποστολή της ήταν «να κρατάει τους Ρώσους έξω, τους Αμερικανούς μέσα και τους Γερμανούς κάτω». Ο πασίγνωστος αφορισμός άντεξε στον χρόνο. Ο «πλανητάρχης» Τζορτζ Μπους ο πρεσβύτερος δέχθηκε την επανένωση της Γερμανίας μόνο με τον όρο ότι θα γινόταν κάτω από νατοϊκή ομπρέλα, με τη Συμμαχία να διευρύνεται πρώτα με την Ανατολική Γερμανία, ύστερα με τις χώρες του Βίσεγκραντ κι έπειτα με τις Βαλτικές Δημοκρατίες και τα Βαλκάνια – ολοένα και πιο κοντά στη Ρωσία. Οι γερμανικές ελίτ συναίνεσαν γιατί η διάθεση χειραφέτησης από την αμερικανική «προστασία» δεν ήταν ποτέ ισχυρότερη από τις οικονομικές βλέψεις για τον «ζωτικό τους χώρο» στις κατεξοχήν ρωσοφοβικές χώρες της Κεντρικής και Ανατολικής Ευρώπης.

Υπήρχε βέβαια η Γαλλία, η οποία, από την εποχή Μιτεράν μέχρι τον Μακρόν, δυσφορούσε πάντα με την προοπτική μιας πολιτικά ευνουχισμένης Ευρώπης, υπό αμερικανική ηγεμονία και επιζητούσε μια κάποια συνεννόηση με τη Μόσχα. Ωστόσο η ρωσική εισβολή στην Ουκρανία ακύρωσε, για το ορατό μέλλον, κάθε τέτοια προοπτική και ανέβασε, στους κόλπους της Ε.Ε., το ειδικό βάρος των ακραιφνώς ατλαντικών χωρών, με παθολογική αλλεργία σε κάθε σκέψη για ανεξάρτητη πολιτική και στρατιωτική συγκρότηση της Ευρώπης. Ισως αυτό να καταγραφεί ως ένα από τα μεγαλύτερα και δυσκολότερα ανατρέψιμα «επιτεύγματα» του Βλαντιμίρ Πούτιν.

Ενθερμος θιασώτης της διεύρυνσης του ΝΑΤΟ προς Ουκρανία, Γεωργία και Δυτικά Βαλκάνια, ο Ταγίπ Ερντογάν θέτει βέτο, επί του παρόντος, στην ένταξη Σουηδίας και Φινλανδίας, τις οποίες χαρακτήρισε «ξενώνες τρομοκρατών». Απαιτεί να αναγνωρίσουν οι δύο χώρες ως τρομοκρατική οργάνωση, όχι μόνο το ΡΚΚ, αλλά και το συροκουρδικό PYD, το οποίο η Τουρκία θεωρεί παρακλάδι του κόμματος του Αμπντουλάχ Οτσαλάν, να εκδώσουν 33 «τρομοκράτες» (17 Κούρδους και 16 μέλη του δικτύου Γκιουλέν) και να άρουν το εμπάργκο όπλων που επέβαλαν στην Τουρκία ύστερα από την εισβολή της στη βόρεια Συρία. Είναι η τρίτη φορά μέσα σε 13 χρόνια που η Τουρκία θέτει βέτο στο ΝΑΤΟ. Το 2009 είχε μπλοκάρει την εκλογή ως γ.γ. του Δανού Αντερς Φογκ Ράσμουσεν λόγω της στάσης του στα «βλάσφημα» σκίτσα του Μωάμεθ, αλλά τελικά συμβιβάστηκε, με τη Δανία να κλείνει σε ένδειξη καλής θέλησης ένα κουρδικό κανάλι. Το 2019 εμπόδισε την ενεργοποίηση του νατοϊκού σχεδίου Eagle Guardian για την προστασία Πολωνίας και Βαλτικών χωρών έναντι της Ρωσίας, αξιώνοντας να χαρακτηριστεί «τρομοκρατική οργάνωση» το PYD, αλλά και πάλι υποχώρησε ύστερα από κάποιες φραστικές διαβεβαιώσεις. Βρυξέλλες και Ουάσιγκτον θέλουν να πιστεύουν ότι και αυτή τη φορά θα συμβεί κάτι παρόμοιο, ενώ αποδίδουν τις σκληρές πόζες του Ερντογάν και σε εσωτερικούς λόγους. Mε τον πληθωρισμό στο 67% και τη δημοτικότητά του στο ναδίρ, έναν χρόνο πριν από τις εκλογές, έχει κάθε λόγο να επενδύει στον τουρκικό πατριωτισμό, εκμεταλλευόμενος διαπραγματευτικά την αναβαθμισμένη, λόγω Ουκρανικού, θέση της χώρας του. Πάντως οι ΗΠΑ είναι άκρως απίθανο να υποχωρήσουν στο κεντρικό ζήτημα, καθώς η συμμαχία τους με τους Κούρδους σε Συρία, Ιράκ και Ιράν είναι στρατηγικής σημασίας – για πολλούς, ανάλογης σημασίας με την αμερικανοϊσραηλινή.

ΣΧΕΤΙΚΑ TAGS
ΣΧΟΛΙΑΣΤΕ

Άλλα άρθρα συγγραφέα

Kathimerini.gr

Κόσμος: Τελευταία Ενημέρωση

X